Translate

Τρίτη, 30 Ιουλίου 2019

Αρχαία Ελλάδα και ναζισμός: η διαδρομή προς την παράλογη σύγκριση

 «Θα ξαναγυρίσουμε και η γη θα τρέμει» 
(Τα τελευταία λόγια του Γερμανού υπουργού προπαγάνδας των Ναζί Joseph Göbbels)
  Με αυτά τα λόγια αποχαιρέτισε τον μάταιο τούτο κόσμο ένας από τους μεγαλύτερους ενορχηστρωτές του ναζισμού. Λόγια που τρομάζουν και που προφητεύουν πως η συνέχιση του οράματος του εθνικοσοσιαλισμού θα έχει και συνέχεια.
Από ό,τι φαίνεται τα τελευταία χρόνια, μια δεύτερη άνο­δος του ναζισμού που παρασέρνει σε παγκόσμιο επίπεδο όλο και περισσό­τερους, βρίσκεται προ των πυλών. Η «άρια» φυλή συνεχίζει να παπαγαλί­ζει την ανωτερότητά της έναντι των άλλων φυλών και τις «ιστορικές» συνδέσεις με την αρχαία Ελλάδα, με βεβαιότητα και στοι­χεία που λί­γοι μπαίνουν στον κόπο να ερευνήσουν το κατά πόσο ισχύουν.
Ο ναζισμός, λοιπόν, στον δικό μας τόπο (ξανά) έκανε την εμφάνισή του με καταθέ­σεις στεφά­νων σε μνημεία αρχαίων ηρώων, με αναφορές σε δήθεν αρχαιο­ελληνικούς χαιρετισμούς, με εκμετάλλευση του μύθου και της ιστορίας μας, με κλοπή συμβόλων, και τέλος, με την είσοδό του στην πολιτική σκη­νή.
Η θολούρα που χαρακτηρίζει την εποχή μας είναι χαρακτηριστικό νε­ρών που έχουν βαλτώσει. Η ροή του καθαρού νερού της γέννησης αξιών και ιδεών έχει σταματήσει από τα τείχη που όλοι εντός μας έχουμε χτίσει. Μέσα στα λα­σπόνερα, λοιπόν, στα θολά και γεμάτα από αρρώστιες νερά, στα οποία α­νατρέχουμε για να ξεσηκώσουμε λίγο πνεύμα, κάποια ιδέα που να μας ξε­πλύνει και να μας ξεδιψάσει από την έρημο, στην οποία έχει πε­ριπέσει το πνεύμα μας, αναζωπυρώθηκε και η ιδέα της σύγκρισης του να­ζισμού με το μεγαλείο που επέφερε στην επιστήμη, στα γράμματα και στις τέχνες ο Ελ­ληνισμός.
Όταν δε κάποιος αντικρούει τα επιχειρήματά τους περί "αγάπης προς το ελληνικό πνεύμα", με αναφορές στις ναζιστικές κλοπές των αρχαίων κειμη­λίων από τα μουσεία, του χρυσού, τις ναζιστικές θηριωδίες και εγκλήματα εναντίον της Ελλάδας κατά της διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, μια συνήθης απάντηση είναι πως η εκκαθάριση είχε να κάνει με ξεκαθάρισμα ρωμαϊκών αποβλήτων και κατακτητών και όχι με γόνους Ελλήνων. Γιατί αυτό που ισχυρίζονται είναι πως πριν από δύο χιλιάδες χρόνια οι Ρωμαίοι κατέλυσαν το ελληνικό μεγαλείο εκρωμαΐζοντάς το. 
Όμως πώς φτάσαμε σ’ αυτό το σημείο; Πώς κατάφερε ένα ολόκληρο έθνος να κλέψει το φως το ελληνικό και να το μετατρέψει σε σκότος; Και ποια ήταν η συμβολή των ανθρώπων των γραμμάτων και των επιστημών σ’ αυτό το κατασκεύασμα; Με ποιο τρόπο, τέλος, καταφέρανε οι Γερμανοί φιλόλογοι και διαιώνισαν τη σκοτεινή ιδεολογία της γερμανικής μοναδικής συγγένειας με την Αρχαία Ελλάδα; 
Ας πάμε να ξετυλίξουμε το κουβάρι του μύθου.




Η ελληνολατρία των Γερμανών φαίνεται να φτάνει στο αποκορύφωμά της με τον Γιόχαν Γιοάχιμ Βίνκελμαν (1717-1768), ο οποίος ήταν Γερμα­νός θεολόγος, βιβλιοθηκάριος και επιφανής αρχαιογνώστης. Στην ιστορία της αρχαιολογίας θεωρείται ο πατέρας της κλασικής αρχαιολογίας ως ανε­ξάρτητης επιστήμης, δεδομένου ότι με τις απόψεις του για την τεχνοτροπι­κή εξέλιξη της αρχαιοελληνικής τέχνης, την αυτονόμησε από τα δεσμά των φιλολογικών πηγών. Εξέφρασε για πρώτη φορά τις απόψεις του για την ανωτερότητα της αρχαίας ελληνικής τέχνης και προέτρεψε τους καλλιτέ­χνες να διδαχθούν από αυτή και να τη μιμη­θούν. Η μίμηση, όμως, δεν έ­πρεπε να είναι μηχανική αλλά δημιουρ­γική, ώστε να αποφέρει ουσιαστι­κούς καρπούς. Παροιμιώδης έμεινε η φράση του για την «ευγενική απλό­τητα και το ήρεμο μεγαλείο» των έργων τέχνης της κλασικής αρχαιότητας, όπως και το μνη­μειώδες «Ο μοναδικός δρόμος για μας να γίνουμε μεγάλοι και, κατά το δυνα­τόν, αξεπέραστοι, είναι να μιμη­θούμε τους Αρχαί­ους»! Θεωρείται ότι το έργο του επηρέασε τις αισθητικές αντιλήψεις του ύστερου Διαφω­τισμού και τον κλασικισμού στην Ευρώπη, καθώς και τους σύγχρονούς του και μεταγενέ­στερους σπουδαστές της αρ­χαίας ελληνικής τέχνης κυρίως στη Γερμανία. Η επίδρασή του είναι εμφα­νής στα κείμενα πολλών μεγάλων πνευματικών μορφών του 19ου αιώνα, όπως ήταν ο Γκαίτε, ο Σίλερ και ο Μπάιρον.


Κατά τον 19ο αιώνα η μήτρα της ανάδειξης των κλασικών σπουδών υπήρξε χωρίς αμφιβολία η Γερμανία. Στην περίοδο της Αναγέννησης προ­τιμούνταν οι Λατίνοι συγγραφείς, ωστόσο οι Γερμανοί θαυμάζουν κυρίως και απεριόριστα τους Έλληνες και μιλούν για το λεγόμενο «ελληνικό θαύ­μα». Οι Γερμανοί διανοούμενοι του 19ου αιώνα λάτρεψαν οτιδήποτε αρ­χαιοελληνικό, σε βαθμό που πολλοί πίστευαν ότι οι Γερμανοί ήταν απόγο­νοι των θεϊκών Ελλήνων. Και κάπου πάνω σ’ αυτήν τη λατρεία και τη λα­χτάρα για καταγωγή από τους Έλληνες έχει την απώτερη ρίζα της η να­ζιστική  εκμετάλλευση της ελληνικής ιστορίας και του ελληνικού πολιτι­σμού, που βασίζεται σε θεωρίες περί συγγένειας των «άριων» Βορείων με τους Έλληνες
Υποστηρίζεται λοιπόν πως οι Έλληνες κατάγονται από βόρειους πληθυσμούς, τους Δωριείς, οι οποίοι φτάνουν νοτιότερα στη Μεσόγειο και αναγεννούν τον ευρισκόμενο σε παρακμή μυκηναϊκό πολιτισμό. Στα πανε­πιστήμια της Γερμανίας τον 19ο και τον 20ο αιώνα, σε μια περίοδο προ­σπάθειας να δοθεί βάθος, πολιτισμός και ταυτότητα μακραίωνης ιστορίας στα λεγόμενα τευτονικά φύλα και να αποδειχτεί η ανωτερότητά τους σε σχέση με τους άλλους λαούς της Ευρώπης, οι θεωρίες περί καθαρότητας και σύνδεσης με τους Έλληνες βρίσκονται στο αποκορύφωμά τους. Η δια­δικασία αυτή θα κορυφωθεί κατά τη διάρκεια της ανόδου του ναζισμού τη δεκαετία του ’30.
Γύρω στη δεκαετία του ’20 εμφανίζεται ο αποκαλούμενος «τρίτος αν­θρωπισμός». Πρόκειται για ένα κίνημα στις κλασικές σπουδές που το εισή­γαγε ο ελληνιστής Werner Jaeger και υποστηρίχθηκε από πλήθος φιλολό­γων, οι οποίοι συχνά μεταλλάσσουν αυθαίρετα τα διδάγματα του Πλάτωνα καταπώς θέλουν. 
Οι πρώτοι δύο ανθρωπισμοί, σύμφωνα με τη θεωρία αυ­τή, ήταν η αρχαία Ελλάδα και η Αναγέννηση. Ο τρίτος, η νεότερη Γερ­μανία.  Μια Γερμανία που θα αποτελούσε την αναγέννηση της αρχαίας Ελ­λάδας. Μέχρι εκείνη τη στιγμή οι κλασικιστές προσέγγιζαν τα έργα του Πλάτωνα κυρίως για την κοσμολογία και τη μεταφυσική του. Όμως στο παραπάνω κίνημα δίνεται έμφαση προπάντων στην «Πολιτεία» (Der Staat), εξιδανικεύεται ο σπαρτιατικός τρόπος ζωής και ανατροφής των νέων, όπως επίσης και η πολιτική αντίληψη που ξεχωρίζει τους «φύλακες» ως κάτι το ανώτερο ιδεολογικά και βιολογικά. Μια ανώτερη φυλή πολεμιστών. Οι λεγόμενοι Άριοι. Ένας «στρατός» φιλολόγων, φιλοσόφων, ιστορικών και αρχαιολόγων στρατεύονται και κυριολεκτικά πασχίζουν για την ιστορική νομιμοποίηση της επέλασης του Χίτλερ με αναφορά στο αρχαίο ελληνικό θαύμα. Την ίδια εποχή που ο Φύρερ έπινε νερό στο όνομα της Σπάρτης, αρκετοί από τους παραπάνω επιστήμονες διακινούσαν τη θεωρία για συγ­γενική διακλάδωση Γερμανών και Ελλήνων, με ιδιαίτερη προτίμηση για αδελφοποίηση με τους πειθαρχημένους Δωριείς σε σχέση με τους φιλελεύ­θερους Ίωνες. Φαίνεται πως τίποτα δεν επιλέχθηκε τυχαία από την ελληνι­κή ιστορία στην σκοτεινή κατασκευή του ναζισμού.
Ο Hermann Jekeli γράφει σχετικά:
«Ότι οι Έλληνες ήταν βόρειας καταγωγής αποδεικνύεται επαρκώς από τα γλυπτά τους. Οι μορφές των θεών τις οποίες αποτύπωσαν στην πέτρα εκ­φράζουν το σώμα τους, το σχήμα του κρανίου τους, την έκφραση του προ­σώπου τους και σε όλα αυτά τα γνωρίσματα, τη βόρεια προέλευσή τους. Με δυσκολία τους διακρίνουμε από τους σύγχρονους εκπροσώπους της βόρειας φυλής […]».
Ο Richard Wolin, στο βιβλίο του Η γοητεία του ανορθολογισμού, αναπτύσσει μια εξαιρετική ερμηνεία, η οποία αξίζει να διαβαστεί ως έχει:
«Κατά τους πολιτικούς πλατωνιστές, η ζωηρή περιγραφή της παραφρο­σύνης του δημοκρατικού πολιτεύματος, όπως το παρουσιάζει ο Σωκράτης στο όγδοο βιβλίο της Πολιτείας -δηλαδή ως μια κατάσταση πολιτικής αναρχίας, στην οποία οι επιθυμίες που κυβερνούν την κατώτερη σφαίρα της ανθρώπινης ψυχής αναλώνουν τους άντρες και τις γυναίκες, καθιστώντας αδύνατη την “αρετή” και την εύτακτη πολιτεία-, προεικόνιζε κατά παράδοξο τρόπο το πολιτικό χάος στο οποίο είχε περιπέσει η νεότευ­κτη γερμανική δημοκρατία. Η Έβδομη Επιστολή του Πλάτωνα, όπου ο φι­λόσοφος αναφέρεται με συγκινητικό τρόπο στην υποχρέωση των φίλων της σοφίας να εγκαταλείψουν τις πνευματικές τους αναζητήσεις και να ασχο­ληθούν με την πολιτική για το καλό της πόλεως που τους ανέθρεψε -παρ' όλες τις πνευματικές συνέπειες της ενασχόλησης με την πολιτική- απέκτη­σε ένα ιδιαίτερο, απόκρυφο νόημα για τους νέους ανθρωπιστές. Η γερμα­νική πνευματική ελίτ θεώρησε ότι περιείχε ένα μυστικό μήνυμα γι’ αυτούς και ότι θα μπορούσαν να πετύχουν πολιτικά εκεί που είχε αποτύχει ο Πλά­των, δηλαδή στις προσπάθειές του με τον τύραννο των Συρακουσών Διο­νύσιο. Με αυτή ακριβώς την έννοια ο Jaeger εξυμνούσε το 1933 τον Πλά-τωνα ως “ιδρυτή του κράτους και νομοθέτη της γενιάς μας.” Ο Jaeger και οι άλλοι εκφραστές του τρίτου ανθρωπισμού, σε συνεργασία με ομοϊδεάτες τους από άλλους κλάδους, προώθησαν με μεγάλη επιτυχία μια αυταρχική επανερμηνεία του θεμελιώδους παιδαγωγικού ιδεώδους της Bildung, που ήταν το γερμανικό ισοδύναμο της αρχαιοελληνικής παιδείας (Παιδεία ήταν επίσης ο τίτλος του τρίτομου έργου ζωής του Jaeger)».
Όπως τόνιζε με ενθουσιασμό ο μελετητής του Πλάτωνα Kurt Hildebrandt:
«Ο Έλληνας δεν συνδέεται με τον Θεό και τον κόσμο ως άτομο∙ γίνεται άνδρας μέσα από και χάρη στην ενσωμάτωσή του στο κρά­τος». 
Η ιδέα ότι τα άτομα δεν έχουν αξία ως τέτοια και ότι μπορούν να ο­λοκληρωθούν μόνο με την ανώτερη έννοια του σκοπού που τους δίνει το κράτος ενθάρρυνε τους κλασικιστές και τους ανθρωπι­στές όλων των απο­χρώσεων να υπο­δε­χτούν το Τρίτο Ράιχ με ανοικτές αγκάλες. Η ιδέα αυτή προβλήθηκε όχι μό­νο από Γερμανούς ριζοσπαστικούς συντηρητικούς, αλ­λά ήταν ήδη γνω­στή και από παραδοσιακούς συντηρη­τικούς όπως ο Χέ­γκελ, ο οποίος στη γνω­στή γνω­στή Rechtsphilosophie του εξυ­μνούσε το κράτος ως θεματοφύλακα της «ηθικής ουσίας» (Sittlichkeit) που λείπει από το μεμο­νωμένο άτομο:
«Το κράτος είναι η ενεργός πραγματικότη­τα της ηθικής Ιδέας. Είναι το ηθικό πνεύμα ως ουσιώδης βούληση που θέλει να φανερω­θεί και να απολαύσει τον εαυτό του... Το κράτος είναι έλ­λογο, εφόσον εί­ναι η ενεργός πραγμα­τικότητα της ουσιώδους βούλησης, η οποία ενέχεται στην ιδιαίτερη αυτο­συνειδησία [δηλαδή στον μονάρχη], άπαξ και αυτή ταυτίζεται με τη συνεί­δηση της καθολικότητας». 
Στις αρχές της δεκαετίας του ’30, ο Hildebrandt έστρεψε την προσοχή του στους αρ­χαίους Έλληνες γράφοντας ένα βιβλίο με τίτλο Platon. Der Kampf des Geistes um die Macht (Πλάτων. Ο αγώνας του πνεύματος για δύναμη -παρόμοιοι τίτλοι ήταν πολύ συνηθισμένοι την εποχή εκείνη). Το βιβλίο είναι ανατριχιαστι­κό: η Πολιτεία παρουσιάζεται ως ένα πρότυπο πολιτικής δικτατορίας, ενώ αφθονούν οι αναφορές στους ναζί.

Οι παραπάνω αυταπάτες οδηγούν σταδιακά στην έπαρση πως η Γερμα­νία θα αναγεννούσε το μεγαλείο της Αρχαίας Ελλάδας και θα γινόταν ο σωτήρας της παρηκμασμένης μεταπολεμικής Ευρώπης.
Αναφέρει κάποια στιγμή ο Jaeger:
«Χρειάστηκε να περάσουν αιώνες για να φτάσει το γερμανικό πνεύμα στην τελείωσή του... Τα στοιχεία της αρχαιότητας που είχαμε αφομοιώσει παλιότερα διαπότισαν σταδιακά το ασυνείδητο και συγκρότησαν το υπό­στρωμα του υλικού μας πολιτισμού. Αλλά στο δυνατό φως της συνειδητής δημιουργίας που έχει αναλάβει σήμερα η γερμανική φυλή [δηλαδή με τον πολεμικό αγώνα] η αρχαιότητα ξαναγεννήθηκε, με μια πολύ ανώτερη, πιο πνευματική έννοια, ως ο ηγέτης και η πηγή του νέου λαϊκού πολιτισμού [Führerin und Anregerin der werdenden Volkskultur]».
Υποστήριζε επίσης πως ο ανθρωπισμός του Διαφωτισμού ήταν πολύ κατώτερος από το ναζιστικό ιδεώδες:
«Ο ανθρωπισμός είναι μια ιδεολογία, οι ρίζες της οποίας ανάγονται στο ορθολογικό πολιτιστικό σύστημα του δυτικοευρωπαϊκού Διαφωτισμού του 18ου αιώνα, και κατά συνέπεια δεν συνάδει με τις πνευματικές, ιστορικές συνθήκες του εθνικοσοσιαλισμού».
Καταπώς φαίνεται τίποτα δεν μπορεί να «ανθίσει», αν δεν υποστηριχτεί από τους ανθρώπους του πνεύματος της εκάστοτε εποχής. Η συμβολή των φιλολόγων, στοχαστών και λόγιων βοήθησε πολύ το κίνημα μίσους του Χίτλερ να εδραιωθεί. Πρώτα στη συνείδηση του ηττημένου, εξαθλιωμέ­νου και ντροπιασμένου από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έθνους των Γερμα­νών και έπειτα στον υπόλοιπο κόσμο. Υπό την καθοδήγηση του Jaeger, ο Σύλ­λογος Γερμανών Φιλολόγων διακήρυξε ότι «στόχος της γερμανικής εκπαί­δευσης είναι ο Γερμανός ως μέλος της Volksgemeinschaft [κοινότητα του λαού]». Αυτές οι αυθαίρετες παρεμβάσεις του Jaeger στον ελληνικό πολι­τισμό οδήγησαν στην εκμετάλλευση της ιστορίας του από τον ναζι­σμό μερικά χρόνια αργότερα.
Όμως δεν ήταν φυσικά ο μόνος που βοήθησε στο χτίσιμο της παράλο­γης συσχέτισης με την αρχαία Ελλάδα.
Ο φιλόσοφος Hans Heyse, ένας από τους κύριους υπεύθυνους για την παρερμηνεία και τέλος ναζιστικοποίηση του Πλάτωνα, υποστήριζε ότι η Πολιτεία του Πλάτωνα ήταν το «αρχέτυπο της ιδέας του Ράιχ» και το 1920 δημοσίευσε τις απόψεις του στο βιβλίο με τίτλο Norm und Entartung des Menschen [Κανονική κατάσταση και εκφυλι­σμός του ανθρώπου], το οποίο άσκησε μεγάλη επίδραση στις ιδέες για τη φυλετική καθαρότητα.
Ο Johann Chapoutot, στο βιβλίο του Ο εθνικοσο­σιαλισμός και η αρχαιότητα, εκδ. Πόλις, 2012, παρατηρεί σαρκαστικά για το πνεύμα εκείνης της ιδιόμορφης εποχής:
«Εκείνη την εποχή του βαθύτατου κλονισμού όλων των ηθικών αξιών ο μεγάλος Πλάτων ορθώνει το ανάστημά του και δίνει μια ηρωική μάχη ενά­ντια στο καταστροφικό πνεύμα του απόλυτου ολέθρου […] Ο μεγάλος αυ­τός φιλόσοφος φέρνει στο νου το μεγαλείο της βόρειας ψυχής […] Η μάχη που δίνει σήμερα ο Αδόλφος Χίτλερ έχει τον ίδιο υψηλό στόχο. Τα λόγια του Φύρερ δείχνουν προς τα πού πρέπει να μας οδηγήσει το έργο του Πλά­τωνα και πώς πρέπει να εισχωρήσει στις ψυχές της γερμανικής νεολαίας».



Βέβαια στην κατασκευή του μύθου περί συγγένειας με τους αρχαίους Έλληνες και καθαρότητας της φυλής έχει γίνει και η ανάλογη επιλογή. Το ξεσκαρτάρισμα. Δεν επιλέχθηκαν τυχαία στοιχεία από την ελληνική ιστο­ρία, αλλά μόνο όσα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στην αιματηρή κατασκευή της «ανώτερης φυλής». Έτσι, βλέπουμε μια ιδιαίτερη αδυναμία στον σπαρτιατικό τρόπο ζωής και σκέψης. Οι θεωρίες τους περί καθαρότη­τας της φυλής βρίσκουν εδώ την ιστορική τους απόδειξη. Κουμπώνουν ιστορικά αυτό που διακαώς ήθελαν, πως η καθαρότητα των φυλών δεν εί­ναι κάτι το τωρινό, αλλά πως έχει ιστορική συνέχεια. Η Σπάρτη γίνεται πόλη-κράτος προς μίμηση, με την οποία ενθουσιάζεται ο Χίτλερ. Το λα­μπρότερο παράδειγμα, «το πιο καθαρό φυλετικό κράτος στην ιστορία» λέει κάποια στιγμή σε ομιλία του. Από την άλλη, ο Γιόζεφ Γκέμπελς, ο οποίος υπήρξε πολιτικός και Υ­πουργός Προπαγάνδας της Ναζιστικής Γερμανίας από το 1933 έως το 1945, κατά την επίστεψη του στην πόλη της Σπάρτης τον Σεπτέμβριο του 1936, αναφωνεί με θαυμασμό: «αισθάνομαι σαν να βρίσκομαι σε γερμανι­κή πόλη!».
Ο Χίτλερ θαύμαζε φανερά και εξυμνούσε τους αρχαίους Έλληνες, στα οράματα δε που είχε για την εγκαθίδρυση του Ράιχ των Χιλίων Χρόνων, τα έργα, οι άθλοι και οι μάχες των Ελλήνων είναι στοιχεία που τον εμπνέουν και προσπαθεί να τα μιμηθεί με κάθε τρόπο. Στο βιβλίο Ο Αγών μου γράφει σχετικά:
«Ο αγώνας τον οποίο διεξάγουμε σήμερα αφορά μακροπρόθεσμους στόχους: ένας πολιτισμός χιλιετιών αγωνίζεται για την επιβίωσή του, ένας πολιτισμός που περιλαμβάνει στους κόλπους του τόσο την αρχαία Ελλάδα όσο και τον γερμανισμό».
Κατά τον Άλμπερτ Σπέερ, -ο οποίος ήταν Υπουργός Εξοπλισμών και ο υψηλότερος βιομηχανικός ηγέτης του Τρίτου Ράιχ και καταδικασμένος εγκληματίας πολέμου- στον Χίτλερ άρεσαν ιδιαίτερα οι παραλληλισμοί ανάμεσα στον Περικλή και τον ίδιο: όπως ο Περικλής έχτισε τον Παρθε­νώνα, έτσι κι αυτός έχτισε τους Αυτοκινητοδρόμους. Προωθείται από τους ιστορικούς και φιλολόγους της κλασικής αρχαιότητας, με την καθοδήγηση του Jaeger, η ιδέα πως ο Περικλής και ο Χίτλερ είχαν «παράλληλους βί­ους». Δεν παρέλειπε -ο Χίτλερ- να πλέκει επίσης συχνά το εγκώμιο της Αθήνας, ωστόσο δεν συμφωνούσε καθόλου με το γεγονός πως σ’ αυτήν την πόλη άκμασε η μιαρή -κατά τον ίδιο- Δημοκρατία.
Το ξεσκαρτάρισμα αφορούσε επίσης και εκλεκτούς καθηγητές της γερ­μανικής κλασικής φιλολογίας. Είτε γιατί ήταν εβραϊκής καταγωγής, είτε γιατί δεν άντεξαν το καθεστώς ο «αρχαιολάτρης» Χίτλερ ήταν αυτός που τους ανάγκασε σε φυγή από τη χώρα. Κορυφαίοι διανοούμενοι της χώρας εκδιώχθηκαν, γιατί ο αντίλογός τους ήταν κάτι που δεν χωρούσε στα ορά­ματα του εθνικοσοσιαλισμού. Φαίνεται, λοιπόν, πως η κλασική φιλολογία στα χρόνια του Μεσοπολέ­μου επιδιδόταν με ταχύτατους ρυθμούς στην καλλιέργεια μύθων. Η πλειο­νότητα των Γερμανών ελληνιστών ανέλαβαν να εξυψώσουν τον Φύρερ και τους πόθους του και να συνδέσουν την αρχαία Σπάρτη με το εθνικοσοσια­λιστικό παρόν της τότε Γερμανίας. Το λογοπαίγνιο μιας παλιάς διαφήμισης για μπύρα, παντού υπάρχει ένας μύθος, μοιάζει σε ορισμένες περιπτώσεις σαν ένα από τα πιο σοφά αποφθέγματα όλων των εποχών. Ένας βολικός και κατασκευασμένος μύθος είναι αυτός που έδωσε την ώθηση να αποκτή­σει ταυτότητα και να ριζώσει στην ιστορία ένας ολόκληρος λαός. Ωστόσο, η κλοπή της ιστορίας και του πολιτισμού της Ελλάδας από τον ναζισμό, η σύγκρισή τους, δεν είναι παρά ένα ανόσιο φάντασμα, ένα φασματικό περί­γραμμα χωρίς ζωή και ανάσα, που το αποτέλεσμά του ήταν τα σκοτεινά χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τα πνιγμένα στο αίμα, χωρίς ίχνος ελληνικού φωτός και προσφοράς στην ανθρωπότητα. Οτιδήποτε ξένο στο σώμα της ιστορίας γίνεται καρκίνωμα για τον λαό που το διεκδικεί, αλλά και για ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Η χώρα που λάτρεψε το ιδεώδες των αρχαίων Ελλήνων, που μελέτησε την ελληνική γραμματεία όσο καμία άλλη, η χώρα με τα περισσότερα Αν­θρωπιστικά Γυμνάσια στην Ευρώπη, η χώρα που θέλησε να γεννήσει ήρω­ες και προώθησε τόσο την άθληση σωμάτων κατά το ελληνικό πρότυπο, είναι αυτή που οδήγησε εκατομμύρια ανθρώπινες ψυχές στον θάνατο στις θηριωδίες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Κλείνοντας, θα σταθώ στα λόγια της Βρετανίδας φιλολόγου Eliza Butler, η οποία γράφει το 1935, την εποχή της ανόδου του ναζισμού στη Γερμανία, το βιβλίο της με τίτλο Η τυραννία της Ελλάδας επί της Γερμανί­ας, στο οποίο αναλύει την παθιασμένη ελληνολατρία των Γερμανών για τον αρχαίο πολιτισμό. Εκεί αναφέρει χαρακτηριστικά:
«Αν οι Έλληνες είναι τύραννοι, τότε οι Γερμανοί είναι γραμμένο να εί­ναι οι σκλάβοι τους. Η Ελλάδα άλλαξε ριζικά τη συνολική πορεία του σύγ­χρονου πολιτισμού. Όποτε η Ελλάδα έπαιζε ένα ρόλο, άλλαζε τις σκέψεις, τα μέτρα και τα σταθμά, τις παραστάσεις, τα οράματα και τα όνειρα. Η Γερμανία ωστόσο είναι το καλύτερο παράδειγμα για το πόσο τυραννική μπορεί να καταντήσει αυτή η ελληνική πνευματικότητα. Οι Γερμανοί μι­μήθηκαν τους Έλληνες πιο τυφλά από ό,τι το έκανε κάθε άλλη φυλή, οι Γερμανοί υποδουλώθηκαν εσωτερικά στους Έλληνες, τους ενστερνίσθη­καν πιστά χωρίς την παραμικρή αντίσταση. Βεβαίως και δεν είναι εύκολο να προσμετρήσει κανείς την ελληνική επιρροή στην Ευρώπη. Αλλά πουθε­νά η επιρροή αυτή δεν ήταν τόσο καθοριστική όσο στη Γερμανία. Οι Γερ­μανοί διακρίνονται από το έντονο πάθος με το οποίο αφοσιώνονται σε διά­φορες ιδέες και προσπαθούν να τις μετατρέψουν σε πραγματικότητες. Τα μεγαλύ­τερα επιτεύγματά τους, οι πιο καταστροφικές αποτυχίες τους, η τραγική πολιτική τους ιστορία διαπνέονται εξ ολοκλήρου από αυτόν τον επικίνδυνο ιδεαλισμό. Αν οι περισσότεροι από εμάς είμαστε θύματα των περιστάσεων, μπορεί κανείς να πει ότι ο γερμανικός λαός ως σύνολο είναι έρμαιο των ιδεών».

ΓΙΩΒΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΝΟΗΜΑ, Τόμος 6 (Ιουνίου). Πληροφορίες σχετικά εδώ :https://noimajournal.blogspot.com/2019/07/6.html


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου