Translate

Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2013

Ο θεός που κουβάλησαν στην πόλη σου οι πραματευτάδες της ψυχαγοράς..


«Τι έχουμε ν’ ανταποκριθούμε, αν μας ρωτήσουν πώς τον έλεγαν τον παππού του παππού μας; 
Ποιοι ήσαν οι ενενήντα παππούδες μας από τον Όμηρο ίσαμε μας; 
Ποιοι ήσαν οι τέσσερες χιλιάδες προπάτορες και προμήτορες που ξεκινούν από κάποια ρίζα του Νεαντερτάλιου και φτάνουν ως το Βοναπάρτη τον Κορσικανό;...
Μιλώ για εκείνη την ατελεύτητη σειρά των ανθρώπων που έζησαν κάποτε, και που τους είδε ο Δάντης να τους έχει ξεκάνει ο θάνατος και δε μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του...

  Απέναντι σε τούτα τα έγκατα της λησμοσύνης και της ανυπαρξίας που σέρνει ο θάνατος, και που στη νοούσα συνείδησή μας γίνουνται φόβος και τρόμος, ένστικτη αντίδραση στη λήθη, ένα επίμονο «δε θέλω να χαθώ» του αδύναμου του ασήμαντου και του κατάδικου ανθρώπου, οι θρησκείες πλάσανε το παραμύθι της ομαδικής δόξας.
Μη φοβάσαι, και σα πεθάνεις δε θα λησμονηθείς. 

 Γιατί θα ζεις ατελεύτητα σε κάποιον άλλο κόσμο ζωή χαρισάμενη και μακαριστή. Θα ζεις μέσα σε κήπους και σε νερά. Μέσα στο φως και τις μουσικές αρμονίες, και τους ποταμούς που ρέουν το γάλα. Κι ένα γύρω στις πηγές και τα βραχάκια ωραία κορίτσια θα σου νεύουν.
Εσύ ένα μόνο να κάνεις! 

Να πιστεύεις και να προσκυνάς το θεό που κουβάλησαν στην πόλη σου πραματευτάδες και ιεραπόστολοι και οι άλλοι μεταπράτες της ψυχαγοράς. (Όπως λέμε ψαραγορά ή κρεαταγορά.). 
Και να συνδράμεις ταχτικά το δίσκο της εκκλησίας. 
Για τα άλλα μη νοιάζεσαι. Γιατί τα νοιάζουνται άλλοι.
Αυτή η βασιλική δωρεά μιας ζωής μετά θάνατο είναι η άλλη όψη της δόξας που προσφέρει το ιερατείο στις μάζες. 

Εκείνης της δόξας που μπροστά της, σύμφωνα με το ρητό μας, τύφλα να ‘χει ο πλούτος.
Είναι η δόξα η μαζική, η απρόσωπη, η ανώνυμη. 

Το πληθωριστικό χρήμα της ψυχής, πες. Που έστω και τέτοιο δεν το μισεί κανείς. Και που αν είναι να την αποχτήσει ο ψοφοδεής κοσμάκης, το ανόσιο πλήθος του Οράτιου, πουλάει αδίσταχτα όλα του τα υπάρχοντα στην αγυρτεία και την απάτη.
Συμπέρασμα. 

Είναι άλλο πράγμα να σε πυρπολεί ο καημός του θανάτου, και να τον κάνεις ανθρώπινη περηφάνεια, επιστήμη, ανακάλυψη, υψηλή πολιτική πράξη, ιάμβους του Κάτουλλου, και έργο της τέχνης αθάνατο. 
Καθώς βλέπεις με ανοιχτά μάτια την εφήμερη ύπαρξή σου σήμερα, και την ατελεύτητη ανυπαρξία σου αύριο.
Και είναι άλλο πράγμα να σε εξευτελίζει ο φόβος του θανάτου. 

Και καθώς κλείνεις τα μάτια μπροστά στη φύση και την πραγματικότητα, να αφήνεσαι χωρίς φιλότιμο και χωρίς ντροπή να ξεδιπλώνεις το ασπόνδυλο σώμα σου να σέρνεται για να φτάσει. 
Να φάει τα σκύβαλα της ψεύτικης παραμυθίας. Σαν το σκουλήκι».

Δημήτρης Λιαντίνης - "Τα Ελληνικά".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου