Translate

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

"Δία βασιλιά, τα καλά, είτε τα ευχόμαστε είτε όχι τέλεσέ τα.."

ΣΩ. "Βλέπεις λοιπόν ότι δεν είναι ακίνδυνο ούτε να δέχεται κανείς ό,τι του δίνεται στην τύχη, ούτε ο ίδιος να εύχεται να γίνουν έτσι αυτά, εάν βέβαια πρόκειται να τον βλάψουν ή να χάσει κι εντελώς τη ζωή του. Και θα μπορούσαμε ν' αναφέρουμε πολλούς ήδη που θέλησαν την τυραννίδα και πάσχισαν να την αποκτήσουν σαν να έκαναν κάτι καλό, κι αφού εξαιτίας της ξεσήκωσαν εναντίον τους το κακό, έχασαν τη ζωή τους..

Δε θα 'ναι, νομίζω, ανάκουστα ούτε από εσένα μερικά, χτεσινά μόλις και σημερινά γεγονότα, όταν ο αγαπημένος του Αρχέλαου, του τυράννου των Μακεδόνων, αφού «ηράσθη»την τυραννίδα πιο πολύ απ' ό,τι εκείνος τον αγαπημένο του, σκότωσε τον εραστή του για ν' αποβεί αυτός τύραννος κι ευτυχισμένος άνθρωπος. Κι αφού κράτησε την τυραννίδα τρεις ή τέσσερις μέρες, ξεσήκωσε αυτός το κακό εναντίον του κι άλλοι πάλι τον σκότωσαν.
Βλέπεις άλλωστε και τους δικούς μας συμπολίτες –αυτά μάλιστα δεν τ' ακούσαμε από άλλους, αλλά τα βλέπουμε με τα μάτια μας– όσοι θέλησαν τη στρατηγία και την πέτυχαν, άλλοι είναι ακόμα εξόριστοι κι άλλοι έχασαν τη ζωή τους. 
Κι όσοι απ' αυτούς φάνηκε ότι ευτύχησαν, αφού πέρασαν από πλήθος κινδύνους και φόβους, όχι μόνο κατά τη διάρκεια της στρατηγίας τους, αλλά κι όταν γύρισαν στην πατρίδα τους, πολιορκημένοι από τους συκοφάντες βρήκαν πολιορκία καθόλου μικρότερη από εκείνη των εχθρών ώστε κάμποσοι από αυτούς ευχήθηκαν να τους έλειπε μάλλον η στρατηγία παρά που εστρατήγεψαν. 
Κι εάν τέλος πάντων οι κίνδυνοι και οι κόποι ήταν να οδηγήσουν σε ωφέλεια, θα είχε κάποια δικαιολογία το πράγμα· τώρα όμως συμβαίνει το εντελώς αντίθετο.
Θα έβρεις εξάλλου την ίδια κατάσταση σχετικά με τα παιδιά, που προσευχήθηκαν κάποιοι ν' αποχτήσουν, κι αφού τ' απόχτησαν, έπεσαν στις μεγαλύτερες λύπες και συμφορές. Άλλοι γιατί καθώς τα παιδιά τους αποδείχτηκαν μοχθηρά πλάσματα, πέρασαν τη ζωή τους όλη σε στενοχώρια· κι όσοι πάλι απόχτησαν καλά παιδιά, έπεσαν όμως στη συμφορά να τα χάσουν, κι αυτοί δε βρέθηκαν καθόλου πιο λίγο δυστυχείς από τους άλλους και θα ήθελαν να μην τους είχαν μάλλον γεννηθεί παρά που γεννήθηκαν. 
Μολονότι όμως αυτά κι άλλα πολλά προσόμοιά τους είναι τόσο φανερά, σπάνια να βρεις κανέναν που θ' απείχε από τα προσφερόμενα, ή που θα έπαυε να τα εύχεται, αν έμελλε να τα κερδίσει με τις ευχές.
Κι όσο για τους πολλούς, δε θα τραβούσαν χέρι ούτε από τυραννίδα εάν τους δινόταν, ούτε από στρατηγία, ούτε από άλλα πολλά, που βλάπτουν μάλλον παρά ωφελούν όταν πραγματοποιούνται, θα εύχονταν μάλιστα να τους δοθούν αν τύχαινε να τους λείπουν. Άλλες πάλι φορές, αφού περάσει λίγος καιρός, παλινωδούν, κι απεύχονται όσα ευχήθηκαν την πρώτη φορά.
Εγώ λοιπόν αμφιβάλλω αν δίκαια οι άνθρωποι κατηγορούν τους θεούς, λέγοντας ότι από εκείνους τους έρχονται οι συμφορές. «Οἱ δὲ καὶ αὐτοὶ σφῇσιν εἴτε ἀτασθαλίαισιν», είτε με την αφροσύνη τους να την πούμε, «ὑπὲρ μόρον ἄλγε' ἔχουσιν». 
Φαίνεται συνεπώς, Αλκιβιάδη, πως ήταν πολύ φρόνιμος εκείνος ο ποιητής που χρησμοδοτώντας σε ανόητους μάλλον φίλους, που έβλεπε να πράττουν και να εύχονται όσα δεν ήσαν καθόλου καλά, ενώ έτσι φαίνονταν σ' αυτούς, έφκιασε για όλους αυτούς μαζί μια ευχή· λέει κάπως έτσι:
«Δία βασιλιά, τα καλά, λέει, είτε τα ευχόμαστε είτε όχι τέλεσέ τα, γλύτωνέ μας όμως από τα δεινά, κι όταν τα ευχόμαστε», έτσι λέει. 
Εγώ νομίζω πως ο ποιητής μιλά ωραία και χωρίς να ριψοκινδυνεύει· κι εσύ όμως, αν σκέφτεσαι κάτι για όλα αυτά, μη σωπαίνεις."
 ----------------
 ΣΩ. Ὁρᾷς οὖν ὡς οὐκ ἀσφαλὲς οὔτε τὰ διδόμενα εἰκῇ δέχεσθαί τε οὔτε αὐτὸν εὔχεσθαι γενέσθαι, εἴ γέ τις βλάπτεσθαι μέλλοι διὰ ταῦτα ἢ τὸ παράπαν τοῦ βίου ἀπαλλαγῆναι. πολλοὺς δ’ ἂν ἔχοιμεν εἰπεῖν, ὅσοι τυραννίδος ἐπιθυμήσαντες ἤδη καὶ σπουδάσαντες τοῦτ’ αὐτοῖς παραγενέσθαι, ὡς ἀγαθόν τι πράξαντες, διὰ τὴν τυραννίδα ἐπιβουλευθέντες τὸν βίον ἀφῃρέθησαν. οἶμαι δέ σε οὐκ ἀνήκοον εἶναι ἔνιά γε χθιζά τε καὶ πρωϊζὰ γεγενημένα,
ὅτε Ἀρχέλαον τὸν Μακεδόνων τύραννον τὰ παιδικά, ἐρασθέντα τῆς τυραννίδος οὐθὲν ἧττον ἤπερ ἐκεῖνος τῶν παιδικῶν, ἀπέκτεινε τὸν ἐραστὴν ὡς τύραννός τε καὶ εὐδαίμων ἀνὴρ ἐσόμενος· κατασχὼν δὲ τρεῖς ἢ τέτταρας ἡμέρας τὴν τυραννίδα πάλιν αὐτὸς ἐπιβουλευθεὶς ὑφ’ ἑτέρων τινῶν ἐτελεύτησεν. ὁρᾷς δὴ καὶ τῶν ἡμετέρων πολιτῶν -ταῦτα γὰρ οὐκ ἄλλων ἀκηκόαμεν, ἀλλ’ αὐτοὶ παρόντες οἴδαμεν―ὅσοι στρατηγίας

ἐπιθυμήσαντες ἤδη καὶ τυχόντες αὐτῆς οι μὲν ἔτι καὶ νῦν φυγάδες τῆσδε τῆς πόλεώς εἰσιν, οἱ δὲ τὸν βίον ἐτελεύτησαν· οἱ δὲ ἄριστα δοκοῦντες αὐτῶν πράττειν διὰ πολλῶν κινδύνων ἐλθόντες καὶ φόβων οὐ μόνον ἐν ταύτῃ τῇ στρατηγίᾳ, ἀλλ’ ἐπεὶ εἰς τὴν ἑαυτῶν κατῆλθον, ὑπὸ τῶν συκοφαντῶν πολιορκούμενοι πολιορκίαν οὐδὲν
ἐλάττω τῆς ὑπὸ τῶν πολεμίων διετέλεσαν, ὥστε ἐνίους αὐτῶν εὔχεσθαι ἀστρατηγήτους εἶναι μᾶλλον ἢ ἐστρατηγηκέναι. εἰ μὲν οὖν ἦσαν οἱ κίνδυνοί τε καὶ πόνοι φέροντες
εἰς ὠφέλειαν, εἶχεν ἄν τινα λόγον· νῦν δὲ καὶ πολὺ τοὐναντίον. εὑρήσεις δὲ καὶ περὶ τέκνων τὸν αὐτὸν τρόπον, εὐξαμένους τινὰς ἤδη γενέσθαι καὶ γενομένων εἰς συμφοράς
τε καὶ λύπας τὰς μεγίστας καταστάντας. οἱ μὲν γὰρ μοχθηρῶν διὰ τέλους ὄντων τῶν τέκνων ὅλον τὸν βίον λυπούμενοι διήγαγον· τοὺς δὲ χρηστῶν μὲν γενομένων,συμφοραῖς δὲ χρησαμένων ὥστε στερηθῆναι, καὶ τούτους οὐδὲν εἰς ἐλάττονας δυστυχίας καθεστηκότας ἤπερ ἐκείνους καὶ βουλομένους ἂν ἀγένητα μᾶλλον εἶναι ἢ γενέσθαι. ἀλλ’ ὅμως τούτων τε καὶ ἑτέρων πολλῶν ὁμοιοτρόπων τούτοις οὕτω σφόδρα καταδήλων ὄντων, σπάνιον εὑρεῖν ὅστις ἂν ἢ διδομένων ἀπόσχοιτο ἢ μέλλων δι’ εὐχῆς τεύξεσθαι παύσαιτο ἂν εὐχόμενος· οἱ δὲ πολλοὶ οὔτε ἂν τυραννίδος διδομένης ἀπόσχοιντο ἂν οὔτε στρατηγίας οὐδ’ ἑτέρων πολλῶν, ἃ παρόντα βλάπτει μᾶλλον ἢ ὠφελεῖ, ἀλλὰ κἂν εὔξαιντο ἂν γενέσθαι, εἴ τῳ μὴ παρόντα τυγχάνει· ὀλίγον δὲ ἐπισχόντες ἐνίοτε παλινῳδοῦσιν, ἀνευχόμενοι ἅττ’ ἂν τὸ πρῶτον εὔξωνται. ἐγὼ μὲν οὖν ἀπορῶ μὴ ὡς ἀληθῶς
μάτην θεοὺς ἄνθρωποι αἰτιῶνται, ἐξ ἐκείνων φάμενοι κακά σφισιν εἶναι· οἱ δὲ καὶ αὐτοὶ σφῇσιν εἴτε ἀτασθαλίαισιν εἴτε ἀφροσύναις χρὴ εἰπεῖν, ὑπὲρ μόρον ἄλγε’ ἔχουσι. κινδυνεύει γοῦν, ὦ Ἀλκιβιάδη, φρόνιμός τις εἶναι ἐκεῖνος ὁ ποιητής, ὃς δοκεῖ μοι φίλοις ἀνοήτοις τισὶ χρησάμενος, ὁρῶν αὐτοὺς καὶ πράττοντας καὶ εὐχομένους ἅπερ οὐ βέλτιον ἦν, ἐκείνοις δὲ ἐδόκει, κοινῇ ὑπὲρ ἁπάντων αὐτῶν εὐχὴν ποιήσασθαι· λέγει δέ πως ὡδί―

  Ζεῦ βασιλεῦ, τὰ μὲν ἐσθλά, φησί, καὶ εὐχομένοις
        καὶ ἀνεύκτοις
    ἄμμι δίδου, τὰ δὲ δειλὰ καὶ εὐχομένοις ἀπαλέξειν
κελεύει. ἐμοὶ μὲν οὖν καλῶς δοκεῖ καὶ ἀσφαλῶς λέγειν ὁ
ποιητής· σὺ δ’ εἴ τι ἐν νῷ ἔχεις πρὸς ταῦτα, μὴ σιώπα.
ΠΛΑΤΩΝ-ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ Β' Μτφρ. Λ. Κούσουλας. 2001. Πλάτων. Αλκιβιάδης και Αλκιβιάδης Δεύτερος. Αθήνα: Πόλις.
 

2 σχόλια: