Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2019

«Να διερωτάσαι ποιος είμαι και ποιος νομίζω ότι είμαι, εξαιτίας των Ελλήνων»

Το ενδιαφέρον μου για τους αρχαίους Έλληνες ξεκινά και συνεχίζεται με τον “άνθρωπο” – όχι τον “άνδρα”. Με ολόκληρη την κατηγορία που αναφέρεται στην ανθρωπότητα ή, όπως έχει φτάσει στη σύγχρονη Δύση μέσω του λατινικού “humanus”, με το “ανθρώπινο ον”. Τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος σε σχέση με τους θεούς, τους συνανθρώπους, τον κόσμο και τι ανήκει στην ανθρωπότητα;
Η μελέτη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και της πρώιμης ελληνικής φιλοσοφίας μπορεί να ιδωθεί ως διερεύνηση των πολλών αντιμαχόμενων απόψεων και πιθανών απαντήσεων σ’ αυτά τα θεμελιώδη ερωτήματα. Αλλά αυτή η ίδια μελέτη μπορεί από διαφορετική οπτική να αποκαλύψει την παραδοξότητα των σύγχρονων εικασιών για το τι περιλαμβάνει η έννοια της ανθρωπότητας. Η μελέτη των ελληνικών ιδεών και της υποδοχής τους μας αναγκάζουν να αναγνωρίσουμε ότι πράγματα που νομίζαμε ότι είναι έμφυτα, φυσικά και οικουμενικά, είναι στην πραγματικότητα προϊόντα του πολιτισμού και της ιστορίας, κατασκευές συγκεκριμένων στοχαστών σε συγκεκριμένες ιστορικές στιγμές, η σκέψη των οποίων χαρακτηρίζεται από ευρύτητα μεγαλύτερη απ’ όση χωράει η δική μας ταύτιση με τις επιδραστικές ιδέες τους. Θα δώσω δύο παραδείγματα από θέματα που με απασχόλησαν στο πρόσφατο διάστημα. 
Το πρώτο αφορά τη δυτική θεωρία για την ανθρώπινη αντίληψη. Για τους περισσότερους από εμάς, οι αισθήσεις, κατανοητές ως πέντε ξεχωριστές διαδικασίες μέσω των οποίων καταλαβαίνουμε τον κόσμο, μοιάζουν λιγότερο με ιδέες απ’ ό,τι φυσικές οντότητες. Αλλά οι αισθήσεις οφείλουν ουσιαστικά τη θέση τους στο σύγχρονο κόσμο στην επίδραση που είχαν οι αριστοτελικές ιδέες στους στοχαστές του Μεσαίωνα. Οι τελευταίοι αποδέχθηκαν τον ισχυρισμό του Αριστοτέλη ότι οι ανθρώπινες αισθήσεις είναι μόνο πέντε σε αντίθεση με προγενέστερους φιλοσόφους όπως ο Δημόκριτος που έκαναν λόγο για έξι ή περισσότερες («περί τα άλογα ζώα και περί τους σοφούς και περί τους θεούς»). Αντιθέτως, η θεωρία ότι οι αισθήσεις αποτελούν “μεσολαβητές” σε διακριτούς τομείς της ύπαρξης ξεπηδά από την οριοθέτηση που επιχειρεί ο Αριστοτέλης για τη γλώσσα της εποχής του, όπου περιγράφει την αισθητηριακή εμπειρία όταν κάποιος όρος χρησιμοποιείται κυριολεκτικά (π.χ. «πικρή γεύση») αλλά και με μεταβίβαση (μεταφορά): π.χ. «πικρό θέαμα». Καθώς εμείς οι σύγχρονοι υιοθετήσαμε αυτή τη σαφή αντίληψη για εκφράσεις μεταφορικές, άλλες μορφές εμπειριών πριν και μετά τον Αριστοτέλη διατυπώθηκαν ξανά ως ποιητικοί συνδυασμοί εμπειριών: οι λεγόμενες «συν-αισθησίες» (σ.σ.: η νευρολογική ανάμειξη των αισθήσεων, όπου κάποιος μπορεί, για παράδειγμα, να «ακούει» τις οσμές και να «βλέπει» τους ήχους). Η φυσικότητα των αισθημάτων παρέμεινε έτσι αδιαμφισβήτητη μέχρι τη στιγμή που η συγκριτική μελέτη των ελληνικών ιδεών αποκάλυψε μια νέα κατεύθυνση, η οποία προέκυψε από την αριστοτελική θεωρία και τους συνεπαγόμενους ισχυρισμούς της. 
Η ίδια η ιδέα της φύσης και του φυσικού είναι το δεύτερό μου παράδειγμα. Με την επανεφεύρεσή της από τους σοφιστές στα μέσα έως τα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ., ώστε να υποδηλώνει το αποτέλεσμα της ανάπτυξης (η «φύσις» προέρχεται από το «φύω») και τις έμφυτες τάσεις του ανθρώπου σε αντίθεση με τον νόμο ή το έθιμο, γεννήθηκε μια γενική αντίληψη για τον άνθρωπο και τον άλλο. Σε αυτή τη μοιραία αντίθεση, η υπεροχή του εθίμου ή του νόμου, που διαμορφώνονται από την ομάδα, αντικαταστάθηκε από τον ουσιαστικό «νόμο της φύσης», ο οποίος υπακούει στις δικές του ανάγκες και χαρακτηρίζεται από το ατομικό συμφέρον. Το οικουμενικό και ουσιώδες κομμάτι του εαυτού μας, η «φύση» μας, είναι αυτό που περιορίζεται από την κοινωνία και κατευθύνεται προς τον κόσμο χωρίς περιορισμούς. Πάνω σ’ αυτόν τον αγώνα εναντίον της φύσης τίθενται οι βάσεις για την θουκυδίδεια και χομπσιανή θεώρηση της ανθρωπότητας, του πολιτισμού και της ανθρώπινης ωμότητας. Απ’ αυτό το πλαίσιο, εξάλλου, αναπτύχθηκε η σύγχρονη άποψη την οποία μοιράζονται η ανθρωπολογία και οι φυσικές επιστήμες: ότι η πολιτιστική ποικιλομορφία του ανθρώπινου είδους «κρύβει» από κάτω μια κοινή ανθρωπιά. Και ότι οι «κοσμοθεωρίες» διαφορετικών πολιτισμών μπορούν να συνυπάρχουν ως εναλλακτικές κατασκευές του αυτόνομου φυσικού κόσμου. 
Μόνο όταν, στις αρχές του 20ού αιώνα η επιστήμη της ανθρωπολογίας επέστρεψε για να διερευνήσει τα θεμέλιά της αναγνωρίστηκε πλήρως ότι στις απαρχές της διερεύνησης υπήρχε μια συγκεκριμένη ελληνική αντίληψη της φύσης – ως εκ τούτου μια α ν τ ί λ η ψ η που δεν είναι φυσιολογική, αλλά αποσπασματική και αναπόφευκτα επίκτητη. Το να εντοπίζεις, λοιπόν, την κληρονομιά των ελληνικών ιδεών σε περιπτώσεις όπως αυτή δεν σημαίνει να απορρίπτεις από την ελληνική αντίληψη για τον άνθρωπο και τον κόσμο αυτό που είναι ουσιώδες για την ανθρωπότητα, αλλά αυτό που είναι «ενδεχόμενο». Σημαίνει να διερευνάς τις βάσεις της σκέψης για τη γνώση του εαυτού μας και να αποκαλύπτεις τα μονοπάτια που δεν ακολούθησε η δυτική παράδοση παράλληλα με αυτά που απέφεραν καρπούς. 
Σημαίνει να σκέφτεσαι για τον αρχαίο άνθρωπο σε όλες τις εκδοχές της αρχαίας ελληνικής σκέψης και τις σύγχρονες όψεις της ανθρωπολογίας. Σημαίνει να διερωτάσαι ποιος είμαι και ποιος νομίζω ότι είμαι, εξαιτίας των Ελλήνων".

Ashley Clements Λέκτορας Ελληνικής Λογοτεχνίας και Φιλοσοφίας, Τrinity College, Δουβλίνο


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου