Translate

Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2013

Η λέξη της ημέρας (03/07/2013)


Δεκάζω σημαίνει δίνω χρήματα ή δώρα κυρίως σε δικαστή ή μάρτυρα, για να τους εξαγοράσω, δωροδοκώ. Συνώνυμο εξαγοράζω, διαφθείρω. Αντίθετο αδέκαστος. Ετυμολογικά προκύπτει από το αρχαίο ρήμα δέκομαι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου