Translate

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

Περσεφόνη: Η κόρη οφθαλμού


"Τούτη η κολόνα έχει μια τρύπα, βλέπεις την Περσεφόνη;" Σεφέρης. 

 Η Άνοιξη πλέον είναι εδώ. Η φύση για ακόμη μία φορά ξύπνησε. Η Περσεφόνη γύρισε στην αγκαλιά της μητέρας της. Μαζί θα πορευτούν σπέρνοντας αφθονία στων ανθρώπων την γη. Το τι είναι η Περσεφόνη και τι συμβολίζει έχουν γραφτεί πολλά. Το παρακάτω απόσπασμα επιλέχθηκε από το βιβλίο του Ρ.Καλάσσο, "Οι γάμοι του Κάδμου και της Αρμονίας" και μας δίνει μια πολύ δυνατή ερμηνεία στο  γιατί ονομάστηκε Κόρη η Περσεφόνη. Ας την διαβάσουμε:
"Μια μέρα είδε ο Δίας το ισχυρό αδερφό του να καταφθάνει στον Όλυμπο. Όποτε ερχόταν ο Άδης, το έκανε για να ζητήσει κάτι. Και ο Δίας γνώριζε τι. Ήθελε μια γυναίκα στο παλάτι του θανάτου. Και δεν θα μπορούσε να είναι άλλη παρά μια κόρη του Δία, μια ανιψιά του που από καιρό ο Δίας παρακολουθούσε. Η Περσεφόνη ή Περσεφάσσα, ονόματα σκοτεινά, που στις συλλαβές τους αντηχούν η δολοφονία(φόνος) και η λεηλασία (πέρσις) που είχαν επιβληθεί σε ομορφιά χωρίς όνομα, εκείνο της νεανίδας: της Κόρης. Για τον Δία και τον Ποσειδώνα η γυναίκα ήταν πάντα πληθυντικός, ο Άδης θα ικανοποιόταν με μία. Η Νέα που ζητούσε ήταν η Κόρη. Την ήθελε για πάντα δίπλα του, στο θρόνο του βασιλείου των νεκρών. Ο Άδης διεκδικούσε την κυριαρχία ενός άλλου κόσμου, απομονωμένου, διαχωρισμένου σιωπηλού. Μόνο που εκείνος ο άλλος κόσμος αποκορυφωνόταν στο άνθος του ορατού, και το άνθος αυτό ήταν η Περσεφόνη.
 Εκεί που τα σκυλιά είναι ανήμπορα πια να ακολουθήσουν την οσμή της πανούκλας εξαιτίας του έντονου αρώματος των λουλουδιών, σ' ένα λιβάδι αυλακωμένο από το νερό, στον ομφαλό της Σικελίας, κοντά στην Αίτνα, έγινε η αρπαγή της Κόρης.Την στιγμή όπου η γη σχίστηκε και εμφανίστηκε το άρμα του Άδη, η Κόρη κοίταζε τον νάρκισσο. Κοίταζε το ειδέναι. Ετοιμαζόταν να το κόψει. Τότε την άρπαξε το αόρατο προς το αόρατο.  
 Κόρη δεν είναι μόνο η νέα, αλλά και η κόρη του οφθαλμού. Και η κόρη του οφθαλμού όπως είπε ο Σωκράτης στον Αλκιβιάδη, είναι "το πιο σπουδαίο τμήμα του οφθαλμού", όχι μόνο γιατί είναι εκείνη που "βλέπει", αλλά γιατί όποιος κοιτάζει εκεί συναντά, στο μάτι του άλλου, "το είδωλο εκείνου που κοιτάζει".
Και εάν, όπως ήθελε ο Σωκράτης, το δελφικό ρητό "Γνώθι σαυτόν" μπορεί να γίνει κατανοητό μόνο μεταφράζοντάς το "κοίτα τον εαυτό σου", η κόρη του οφθαλμού γίνεται το μοναδικό ενδιάμεσο της γνώσης του εαυτού.
 Η Κόρη κοίταζε το κίτρινο "θαύμα" του νάρκισσου. Αλλά γιατί αυτό το κίτρινο λουλούδι, που στολίζει τις γιρλάντες του Έρωτα αλλά και τα νεκρικά στεφάνια, είναι τόσο θαυματουργό; Τι το διαφοροποιεί από τις βιολέτες, τους κρόκους, τους υάκινθους, με τα οποία ήταν σμαλτωμένο το λιβάδι κοντά στην Αίτνα; Νάρκισσος λεγόταν επίσης και ένας νεαρός που χάθηκε κοιτάζοντας τον εαυτό του.
 Η Κόρη, η κόρη του οφθαλμού, βρισκόταν λοιπόν στα πρόθυρα εκείνου του βλέμματος όπου θα αντίκριζε τον εαυτό της. Άπλωνε το χέρι της για να δρέψει το βλέμμα, αλλά ξεπετάχτηκε ο Άδης. Και ο Άδης άδραξε την Κόρη. Για μια στιγμή, το βλέμμα της Κόρης αναγκάστηκε να τραβηχτεί από τον νάρκισσο και να συναντήσει τα μάτια του Άδη. Την κόρη του οφθαλμού της Κόρης υποδέχτηκε άλλη κόρη οφθαλμού, στην οποία αντίκρισε τον εαυτό της. Και εκείνη η κόρη οφθαλμού άνηκε στο αόρατο.
  Υπήρξαν μερικοί που την ίδια στιγμή άκουσαν μια κραυγή. Αλλά τι σήμαινε εκείνη η κραυγή; 'Ηταν μόνο ο τρόμος της νέας που την αρπάζει ένας άγνωστος; Ή μήπως ήταν η κραυγή της ανέκκλητης αναγνώρισης; Ορισμένοι αρχαίοι ποιητές υπαινίχθηκαν ότι η Περσεφόνη ένοιωσε μια "σκοτεινή επιθυμία" για την απαγωγή, ότι δέθηκε με "ερωτική συμφωνία" με τον βασιλιά του σκότους και ότι εκτέθηκε χωρίς επιφυλάξεις στο άγγιγμα του Άδη. Η Κόρη αντίκρισε τον εαυτό της στην κόρη του οφθαλμού του Άδη. Αναγνώρισε στο μάτι που κοιτάζει τον εαυτό του το μάτι ενός άλλου αόρατου. Αναγνώρισε ότι ανήκε σε εκείνον τον άλλον. Τότε δρασκέλισε το κατώφλι που ετοιμαζόταν να δρασκελίσει καθώς κοίταζε τον νάρκισσο. Ήταν το κατώφλι της Ελευσίνας.
  Εάν η κόρη του οφθαλμού ονομάζεται Κόρη, συνεπάγεται ότι το κατεξοχήν μάτι είναι εκείνο του Άδη, πράγματι, καθώς την άρπαζε, η Κόρη είδε να αντανακλάται στα μάτια του η εικόνα της. Από τότε, το καθρέφτισμα της νέας στο μάτι έγινε η κόρη, για όλους. Λες και το μάτι είχε μόλις βγει, χάρη σε μία αρπαγή, από το βασίλειο των νεκρών. Η όραση ήταν το θήραμα. Και το μάτι κατέφθανε από το σκότος για να συλλάβει μια νέα και να την κλείσει στο υπόγειο παλάτι του πνεύματος.
Η σημασία της Κόρης, στο μάτι του Άδη διακλαδώνεται: από την μια, επειδή η Κόρη αντικρίζει τον εαυτό της στο μάτι του απαγωγέα της ανακαλύπτει την αντανάκλαση, τον διπλασιασμό, τη στιγμή όπου η συνείδηση αντικρίζει τον εαυτό της, και εκείνο το διπλό βλέμμα, παράδοξα, είναι το τελευταίο όραμα, που δεν επιδέχεται άλλες διαστάσεις. Γιατί κάθε περαιτέρω διάσπαση δεν πετυχαίνει τίποτα περισσότερο από το να διπλασιάζει το πρώτο, από την άλλη, η κοιλότητα της όρασης υποδέχεται για πρώτη φορά και σφίγγει πάνω της με την συστολή της κόρης τον πόθο της: την εικόνα. Έτσι τα άκρα του πνεύματος παρευρίσκονται για μια στιγμή, στο μάτι ενός απαγωγέα.
  Το γεγονός που λάμβανε χώρα στην Ελευσίνα ήταν ο διαχωρισμός και η επανένωση της δυαδικής θεάς, Δήμητρας - Κόρης (Δηώ), εκείνης που εμφανίζεται καμιά φορά σε δύο ελάχιστα διαφορετικές μορφές αλλά τυλιγμένες στον ίδιο μανδύα. Ήταν το δράμα της αντανάκλασης που απομακρύνεται από το σώμα από κάθε αντικείμενο, από την γη και μετά επιστρέφει για να επανενωθεί με το σημείο προέλευσης της, αλλά μόνο σε ορισμένα περιοδικά φαινόμενα, όπως οι εκλείψεις.
 Με την ανάληψη της Κόρης, το θαύμα περνά από το αντικείμενο στο βλέμμα. Στην αρχή της περιπέτειάς της, η Κόρη κοιτάζει τον νάρκισσο, "το θαυματουργό ακτινοβόλο λουλούδι, που το λάτρευαν οι αθάνατοι θεοί και οι θνητοί άνθρωποι". Στο τέλος , όταν επανεμφανίζεται στην γη, η ίδια η Κόρη είναι "ένα μεγάλο θαύμα για τους θεούς και για τους θνητούς ανθρώπους". Επαναλαμβάνοντας την διατύπωση, ο άγνωστος συγγραφέας των Ομηρικών Ύμνων θέλησε να σφραγίσει την τελείωση μιας ανέκκλητης διαδικασίας: το πέρασμα στην ψυχή. Και η διατύπωση μας ειδοποιεί ότι το γεγονός αυτό προκάλεσε έκπληξη όχι μόνο στην ιστορία των ανθρώπων, αλλά ακόμη περισσότερο στην θεϊκή ιστορία.
 Όταν ο Άδης απαίτησε από τον αδερφό του μια ζωντανή γυναίκα, τότε διαταράχθηκε η ισορροπία της τάξης, που μέχρι τότε γνώριζε μόνο μια υπεράφθονη ζωή, που την αυλάκωναν οι θεϊκές επιδρομές, και μετά παρέδιδε τους νεκρούς σε μια επιβίωση κενή, αδρανή, ασώματη. Ο Δίας δεν εξαφάνιζε τις θνητές του ερωμένες, τις έπαιρνε και τις εγκατέλειπε. Ο Άδης αντίθετα θέλει την Κόρη για σύζυγό του, θέλει μια ζωντανή δίπλα στον θρόνο. Θα λέγαμε ότι με αυτήν του την ενέργεια ο θάνατος θέλει να επιβάλλει στην γη μια επιπλέον προσβολή.
Αλλά ακριβώς τότε, ο θάνατος με την θρασύτητα του εξαπατά τον ίδιο του τον εαυτό. Με την αρπαγή της Περσεφόνης ο θάνατος αποκτά ένα σώμα, αποκτά σώμα: στο βασίλειο των σκουληκιών υπάρχει τώρα το σώμα μιας θαλερής νέας.
  Πριν, μόνο μερικοί ήρωες είχαν το προνόμιο να μεταφερθούν από κάποιο θεό, με τα σώματά τους ανέπαφα, στα Ηλύσια Πεδία, ενώ ο Άδης είχε χαρακτηρισθεί ως ο τόπος που απουσιάζουν τα σώματα. Τώρα, μαζί με το σώμα της Κόρης, εισχωρεί στο βασίλειο των νεκρών και ο Έρωτας. Η Περσεφόνη με τους λεπτούς αστραγάλους είναι το ευλύγιστο βέλος, που η Αφροδίτη είχε προστάξει τον Έρωτα να εξαπολύσει στον Άδη, όταν κάλεσε τον γιο της στο μαύρο κάστρο της στη Ερύκη.
   Στον κόσμο δεν αρκούσε πια η οικονομία της μεταμόρφωσης, που για πολύ τον είχε στηρίξει την εποχή των περιπετειών του Δία. Όλα είχαν χάσει την αρχέγονη ρευστότητά τους, είχαν ακινητοποιηθεί σε μια κατατομή και ο αγώνας που είχε διεξαχθεί ανάμεσα στην μια μορφή και στην άλλη, συστελλόταν τώρα ανάμεσα στην εναλλαγή του ορατού και του αόρατου. Επρόκειτο πλέον να δεχθούν την ζωή όχι μόνο κάτω από την σταθερή μορφή, αλλά και την βεβαιότητα της χωρίς ίχνη εξαφάνισης εκείνης της μορφής. Η οργή της Δήμητρας είναι η εξέγερση αυτού του νέου καθεστώτος ζωής. Η θεά όμως δεν ήξερε ότι την ίδια στιγμή εγκαινιαζόταν ένα καινούργιο καθεστώς θανάτου.
 Όταν η Περσεφόνη κάθισε στον θρόνο του Άδη και το ευωδιαστό πρόσωπό της ξεπρόβαλε πίσω από την μυτερή γενειάδα του συζύγου της, όταν η Περσεφόνη δοκίμασε το ρόδι των σκοτεινών κήπων, ο θάνατος υποβλήθηκε σε μετάλλαξη, όχι λιγότερο σοβαρή από κείνη που είχε υποβληθεί η ζωή τότε που της αφαιρέθηκε η νέα.
Τα δυο βασίλεια είχαν χάσει την ισορροπία τους τώρα και το ένα ανοιγόταν προς το άλλο.
Ο Άδης επέβαλε στην γη την απουσία, επέβαλε σε κάθε ζωντανή παρουσία να τυλίγεται με τον μανδύα της απουσίας. Η Περσεφόνη επέβαλε ανάμεσα στους νεκρούς το αίμα, αλλά όχι πια το μαύρο των θυσιών, όχι πια το αίμα που έπιναν οι νεκροί με λαιμαργία. Ήταν το αόρατο αίμα που εξακολουθούσε να σφύζει στα λευκά της μπράτσα, το αίμα εκείνου που συνεχίζει να είναι ζωντανός, ακόμη και στο παλάτι του θανάτου".
 Κάπου εδώ τελειώνει η αναφορά στην Κόρη, την κόρη οφθαλμού ο Ρ. Καλάσσο. Έχουν γραφτεί τόμοι για την Κόρη  και την αρπαγή της από τον Άδη. Έχουν αναλυθεί  και συζητηθεί πολύ όλες οι πιθανές ερμηνείες του μύθου.  Σίγουρα υπάρχουν και αυτές που περιμένουν να ερμηνευθούν.
Ό,τι και να γραφτεί και να συζητηθεί θα είναι το έναυσμα να γραφτεί και να συζητηθεί και κάτι ακόμα.
 Όμως ό,ποιες και να είναι οι ερμηνείες, η εικόνα της μητέρας της, της θεάς Δήμητρας, να ψάχνει απεγνωσμένα την κόρη της, συγκλονίζει το ίδιο και έχει μια ερμηνεία, μία πλευρά πολύ ανθρώπινη. Η μη παραδοχή του θανάτου του παιδιού της, της "κόρης, της μονάκριβης, της πολυαγαπημένης"..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου