Translate

Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2021

ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΟΠΛΟ ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΠΟΛΕΜΑΕΙ Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΑ

"Εδώ και δυο βδομάδες σου έγραφα για τον φυγόκεντρο εγωισμό των Ελλήνων. Δεν θυμάμαι όμως αν σου έγραψα το χειρότερο.
Κινημένος από την ίδιον αυτήν εγωπάθεια, τη ρίζα αυτήν κάθε ελληνικού κακού, - ας βοηθήσουν οι θεοί να μη γίνει και των δικών μας δεινών η μολυσμένη πηγή (ο Έλληνας δεν συγχωράει στο συμπολίτη του καμιά προκοπή. Όποιος τον ξεπεράσει, ο Έλληνας τον φθονεί με πάθος και αν είναι στο χέρι του να τον γκρεμίσει από εκεί που ανέβηκε, θα το κάνη).
Μα το πιο σπουδαίο, για να καταλάβεις τον Έλληνα, είναι να σπουδάσεις, τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνει τον φθόνο του, τον τρόπο που εφεύρε για να γκρεμίζει καλλίτερα.
Είναι ένας τρόπος πιο κομψός από το δικό μας, γέννημα σοφιστικής ευστροφίας και διανοητικής δεξιοτεχνίας.
Δεν του αρέσει η χοντροκομμένη δολοφονία στους διαδρόμους του Παλατιού, αλλά η λεπτοκαμωμένη συκοφαντία, ένα είδους αναίμακτου ηθικού φόνου, ενός φόνου διακριτικότερου και ευτελέστερου, που αφήνει του δολοφονημένου τη σάρκα σχεδόν ανέπαφη, να περιφερή την ατίμωση και τη γύμνια της στους δρόμους και στις πλατείες.
Γιατί και η συκοφαντία, αγαπητέ μου, την έχουν αναγάγει σε τέχνη αυτό.
Οι θαυμάσιοι, οι φιλότεχνοι Έλληνες οι πρώτοι δημιουργοί του καλού και του κακού λόγου. Το να επινόησης ένα ψέμα για κάποιον και να το διαλαλήσεις, αυτό είναι κοινότυπο και άτεχνο. Σε πιάνει ο άλλος από το αυτί και σε αποδείχνει εύκολα συκοφάντη και σε εξευτελίζει.
Η τέχνη είναι να συκοφαντείς χωρίς να ενσωματώνεις πουθενά ολόκληρη τη συκοφαντία, μόνο να την αφήνεις να τη συνάγουν οι άλλοι από τα συμφραζόμενα και έτσι ασυνείδητα να υποβάλλεται σε όποιον την ακούει.
Η τέχνη είναι να βρίσκεις το διφορούμενο λόγο, που άμα σε ρωτήσουν γιατί τον είπες, να μπορείς να πεις πως τον είπες με την καλή σημασία, και πάλι εκείνος που τον ακούει να αισθάνεται πως πρέπει να τον εννοήσει με την κακή του σημασία.
Η τέχνη είναι να δημιουργείς την ψεύτικη εντύπωση με την όλη ομιλία, χωρίς κανένας λόγος μόνος του χωριστά να είναι ψεύτικος, τόσο που να αναρωτιέται ο καλόπιστος όταν ανακάλυψη την αντίφαση, είναι άραγε αυτό συκοφαντία ή παρεξήγηση;
Υποβλητικός, σεμνότυφος, ντυμένος την ευπρέπεια, πρέπει να είναι ο συκοφαντικός λόγος και να μη διαρκή περισσότερο από ότι θα κούραζε τον ακροατή και όμως με τις πρεπούμενες διακοπές, αν είναι επίμονος, έτσι που να του εντυπώνεται χωρίς ο ίδιος να μπορεί να το καταλάβει πως αυτό του συνέβηκε.
Δεν στηρίζεται σε ανύπαρκτα γεγονότα η περίτεχνη συκοφαντία, αλλά διαλέγει κάποιο ασήμαντο, το βγάζει από τη σειρά του, το φουσκώνει, το βάζει σε άλλη σειρά και έτσι το κάνει να αποδίδει μιαν εντελώς διαφορετική από την αρχική εντύπωση.
Τόσο αλλάζει, χωρίς να το αλλάζει το ίδιο.
Που είναι η συκοφαντία; ρωτάει ο συκοφάντης.
Και πας να πεις, δεν είναι πουθενά• και όμως είναι ολόκληρη εκεί, άπιαστη αλλά ορατή.
Χίλια μήλα έχει η μηλιά και έχει ένα μόνο χαλασμένο. Άμα όμως όλο γι αυτό μιλάς βλέπει ο άλλος μπροστά του μια μηλιά σκουληκιασμένη.
Και όμως οι λέξεις που αρθρώθηκαν δε περιέχουνε ψευτιά καμιά. Το ψέμα είναι πέρα από τις λέξεις, στο νόημα το φευγαλέο. Κάποτε ούτε το ένα μήλο δεν έχει σάπιο, αλλά έχει κάτι που δεν αρέσει στο δήμο, το πλήθος.
Τότε αυτόν που θες να φθείρεις, τον παρουσιάζεις μονάχα από αυτό το κάτι που δεν αρέσει.
Ψέμα; Πουθενά• επιδέξιες αποσπάσεις από τον ολότητα της πραγματικότητας• τονισμός μιας λέξης που δεν ήταν τονισμένη• μια ανεπαίσθητη αλλοίωση του φωτισμού, κάτι αληθινά ελάχιστο, που δεν τολμάς καν να το πεις διαστροφή.
Διότι πραγματικά δεν είναι διαστροφή, δεν είναι ψέμα• είναι όμως συκοφαντία.
Αυτό είναι το όπλο με το οποίο πολεμάει ο Έλληνας τον Έλληνα, ο ηγέτης τον ηγέτη, ποιητής τον ποιητή, αλλά και ανάξιος τον άξιο, ο ουσιαστικά αδύνατος τον ουσιαστικά δυνατό.
Αν και ξένος θα δοκιμάσεις την αιχμή τούτου του όπλου και εσύ όπως τη δοκιμάσα και εγώ.
Θα απορήσεις σε τι κοινωνική περιωπή βάζουν οι Έλληνες τους δεξιοτέχνες της συκοφαντίας, πως τους φοβούνται οι πολλοί και αγαθοί, πως τους υπολήπτονται, οι χρησιμοθήρες και πως γλυκομίλητα τους χαιρετούν όταν τους συναντήσουν στις στοές και στην αγορά.
Είχα γνωρίσει έναν τέτοιο δεξιοτέχνη της συκοφαντίας στην Αθήνα εδώ και είκοσι χρόνια.
Ήταν απ' αυτούς που ονόμαζαν τον παλιό καιρό "λακωνίζοντας"• νοσταλγός κάθε αρχαίου, αρνητής κάθε νέου, έντιμος πολίτης που ασκούσε έντιμα το επάγγελμα του συκοφάντη.
Οι πιο διαλεχτοί συμπολίτες του δοκίμασαν το κεντρί του. Συκοφαντούσε με υπομονή, με ηδονή, με ευσυνειδησία.
Συκοφαντούσε σύμφωνα με τη φύση του, όπως το φίδι δαγκάνει, όπως η δράκαινα δηλητηριάζει, όπως ο ταύρος κερατίζει.
Λίγοι τον περιφρονούσαν, περισσότεροι τον φοβότανε και σε πολλούς άρεσε.
Αρέσει, για να πούμε την αλήθεια, στους περισσότερους Έλληνες, αλλά φευ και σε κάμποσους πια από τους δικούς μας η πετυχημένη, η έντεχνα σκαρωμένη συκοφαντία.
Σχηματίζεται γύρω της μια συμπαθούσα κοινή γνώμη από όλες τις συγκλίνουσες μοχθηρίες, τις ζήλιες, τις αρρωστημένες καχυποψίες, από όλες τις κουρασμένες, τις τραυματισμένες ψυχές.
Και έτσι κρυσταλλώνεται, γύρω από τον αρχικόν ιοβόλο λόγο, ένα στέρεο σάρκωμα, ένας όγκος που στον καθέναν επιβάλλεται και τον φοβάται ο καθένας και αποφεύγει να τον αγγίξει.
Και όμως, τον καιρό που βρισκόμουνα στην Αθήνα δυο-τρεις άνθρωποι, που - δίκαια ή άδικα δεν ξέρω - τους λογιάζουνε πολλοί για απόβλητους και ξεστρατισμένους, τολμήσανε να αντισταθούν σε τούτον τον δεξιοτέχνη και να του κόψουν για καιρό τη λαλιά.
Ένας από αυτούς μέρα μεσημέρι, στη μέση της αγοράς, τον χαστούκισε έτσι δυνατά που έπεσε χάμω και κύλησε μέσα στις σκόνες. Ένας άλλος, καθώς διάβαινε μπρος από τον Αρειο Πάγο ο συκοφάντης, με το ειρωνικό μειδίαμα της οίησης στα πικρά του χείλη, ανέβηκε σε μια ψηλή πέτρα απάνω και στον κόσμο που ήταν μαζεμένος την ώρα εκείνη φώναξε:
"Αϊ! Αθηναίοι, τούτος ο υπερόπτης που περνά εκεί δα, παρουσιάσθηκε κατήγορος του ανθρώπου που έσωσε την τιμή και τη ζωή του παιδιού του".
Αν ήταν αλήθεια αυτά που είπε δεν ξέρω.
Θυμάμαι μόνο πως ο δεξιοτέχνης χλώμιασε και αποτραβήχτηκε, χωρίς να πει τσιμουδιά και ούτε αργότερα τόλμησε ποτέ να του απαντήσει.
Τέτοιοι άνθρωποι κατορθώσανε να φιμώσουν το απύλωτο στόμα της συκοφαντίας• μόνο τέτοιοι και με τέτοιους τρόπους, καλέ μου Νάβιε.
Οι καλοί, ας τους πούμε καλούς, είχαν ξεχάσει πως η αρετή αγωνίζεται.
Όλα, βλέπεις ήταν άτονα ή χαλασμένα στην πόλη. Ψάχνω τώρα να θυμηθώ τα ονόματα αυτών των ανθρώπων, αλλά δεν το κατορθώνω. Τι σημασία άλλωστε έχουν τα ονόματα;
Όλους αυτούς τώρα πια, συκοφάντες και συκοφαντημένους τους σκεπάζουν τα χαμομήλια και οι παπαρούνες του Κεραμεικού.
CURA UT VALEAS. (ΝΑ ΠΡΟΣΕΧΕΙΣ)".

Μάρκος Τύλλιος Κικέρων-Αποσπάσματα από το έργο του: Επιστολές προς τοv Νάβιο Αττίλιο (50 π.Χ περίπου).
Ο Αττίλιο είχε διοριστεί έπαρχος στην Ρωμαϊκή επαρχία της Ελλάδας, και ο Κικέρων με τις επιστολές του τον συμβούλευε και τον ενημέρωνε για τους Έλληνες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου