Translate

Τρίτη, 14 Μαΐου 2013

"Δημάρατε τι λες;! Χίλιοι άνθρωποι να πολεμήσουν έναν τόσο στρατό;!"

"...Κι αφού ο Ξέρξης επιθεώρησε και τον στόλο και βγήκε στην ξηρά, προσκάλεσε τον Λακεδαιμόνιο Δημάρατο, το γιο του Αρίστωνα, ο οποίος τον ακολουθούσε στην εκστρατεία του εναντίον της Ελλάδας.  
Αφού τον κάλεσε τον ρώτησε: - Δημάρατε, θέλω να σε ρωτήσω τώρα κάποιο πράγμα· είσαι Έλληνας, και όπως άκουσα από σένα και από τους άλλους Έλληνες με τους οποίους μίλησα, είσαι από πόλη [Σπάρτη] όχι μικρή ούτε αδύναμη. Τώρα λοιπόν πες μου αν οι Έλληνες θα τολμήσουν να σηκώσουν το χέρι τους εναντίον μου· διότι, όπως βέβαια εγώ νομίζω, όλοι οι Έλληνες και όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι όσοι κατοικούν προς τα δυτικά κι αν ενωθούν, δεν είναι ικανοί να μου αντισταθούν, διότι δεν είναι σύμφωνοι μεταξύ τους. Θέλω όμως ν' ακούσω κι από σένα τί νομίζεις γι' αυτούς. 
Αυτά ο Ξέρξης ρωτούσε, κι ο Δημάρατος απαντώντας του είπε:
- Βασιλιά, τί προτιμάς; να σου πω την αλήθεια ή αυτό που θα σ' αρέσει; Εκείνος τον διέταξε να πει την αλήθεια, λέγοντας ότι δεν θα τον αγαπούσε γι' αυτό λιγότερο από ότι πριν.
Αφού τ' άκουσε αυτά ο Δημάρατος, είπε:
- Βασιλιά, αφού λοιπόν με διατάζεις να σου πω όλη την αλήθεια, ώστε να μην πιαστώ ύστερα από σένα ψεύτης, μάθε ότι η φτώχια είναι πάντοτε η πιστή φίλη των Ελλήνων, και σ' αυτήν προστίθεται η αρετή που αποκτιέται με την φρονήση και τους σταθερούς νόμους. Χρησιμοποιώντας αυτήν την αρετή η Ελλάδα, υπερασπίζεται κατά της φτώχιας και της τυραννίας. Κι επαινώ βέβαια όλους τους Έλληνας που κατοικούν γύρω από τους Δωρικούς τόπους, ο σκοπός μου όμως είναι να μη σου μιλήσω για όλους αλλά μόνο για τους Σπαρτιάτες. Πρώτα πρώτα, αυτοί δεν πρόκειται να δεχθούν τους λόγους σου που είναι η υποδούλωση της Ελλάδας. Έπειτα, θα βγουν εναντίον σου σε μάχη, ακόμα κι αν όλοι άλλοι οι Έλληνες έρθουν με το μέρος σου. Όσο για τον αριθμό τους, μη ρωτάς πόσοι μπορούν να τα κάνουν αυτά, γιατί και χίλιοι αν κάνουν εκστρατεία, θα σε πολεμήσουν· και λιγότεροι ακόμα ή και περισσότεροι.
Ακούγοντας αυτά ο Ξέρξης γέλασε και είπε:
-Δημάρατε, τι λες;! Χίλιοι άνθρωποι να πολεμήσουν έναν τόσο στρατό;! Έλα, πες μου· εσύ λες ότι υπήρξες βασιλιάς αυτών των ανθρώπων· δέχεσαι λοιπόν τώρα αμέσως να πολεμήσεις με... δέκα;! Γιατί αν οι πολίτες σας είναι τέτοιοι όπως τους περιγράφεις, εσύ ο βασιλιάς τους θα πρέπει να αντιτάσσεται κατά διπλάσιου αριθμού αντιπάλων, σύμφωνα με τους νόμους σας· ώστε, αν καθένας απ' αυτούς είναι άξιος να πολεμήσει με δέκα από τους δικούς μου στρατιώτες, κρίνω ότι εσύ πρέπει να είσαι άξιος να πολεμήσεις με είκοσι, και τότε μπορεί και να είναι ορθά τα λόγια σου. Αλλ' αν είστε όλοι του ίδιου αναστήματος όπως εσύ και οι άλλοι Έλληνες με τους οποίους μίλησα, τότε καυχιέσαι. Πρόσεξε λοιπόν μήπως όσα λες είναι κομπορρημοσύνη. Ας εξετάστουμε το πιο πιθανό· χίλιοι ή και δέκα χιλιάδες ή και πενήντα χιλιάδες, όλοι ελεύθεροι και ίσοι, που δεν υποτάσσονται σε ένα μόνον αρχηγό, πώς είναι δυνατόν να αντισταθούν σε τόσο πολύ στρατό; Θα είμαστε τουλάχιστον χίλιοι προς έναν, εάν εκείνοι αντιτάξουν πέντε χιλιάδες. Επιπλέον, οι δικοί μας στρατιώτες, σύμφωνα με τους δικούς μας νόμους, κατά τους ημετέρους νόμους, καθώς διοικούνται από έναν μόνο, θα αποδεικνύονταν, από φόβο, γενναιότεροι από όσο είναι το φυσικό τους· μαστιγώνοντάς τους, θα μπορούσαν να ορμήσουν και κατά περισσότερων.
Οι δικοί σας όμως, .ελεύθεροι, δεν είναι δυνατόν να πράξουν τίποτ' απ' όλ' αυτά. Νομίζω λοιπόν ότι και ισάριθμοι αν ήσαν οι Έλληνες, δύσκολα θα μπορούσαν να πολεμήσουν με τους Πέρσες μόνο. Αυτό που λες, βρίσκεται σε μας, όχι μεταξύ του πλήθους, αλλά μεταξύ των λογάδων ανδρών· διότι έχω γύρω μου φύλακες Πέρσες που δεν θα δίσταζαν να πολεμήσουν ταυτόχρονα με τρεις Έλληνες συγχρόνως. Επειδή όμως δεν τους δοκίμασες, λες πολλές φλυαρίες.


Σ' αυτά ο Δημάρατος είπε:
- Βασιλιά, απ' την αρχή ήξερα ότι η αλήθεια δεν θα σου ήταν αρεστή, επειδή όμως μ' ανάγκασες πω λόγια πέρα για πέρα αληθινά, σου είπα αυτά που ταιριάζουν στους Σπαρτιάτες. Μολονότι το πόσο τους αγαπώ το ξέρεις πολύ καλά, διότι αυτοί αφού μου αφαίρεσαν την τιμή και τα πατρικά μου δικαιώματα με κατέστησαν φυγά και δίχως πόλη, ο πατέρας σου με δέχθηκε και μού 'δωσε κατοικία και πλούτη. Και δεν είναι πρέπον ο φρόνιμος άνθρωπος να ξεχνά εκείνους που του έδειξαν εύνοια αλλά να τους αγαπά μ' ευγνωμοσύνη. Δεν καυχιέμαι ότι μπορώ να πολεμήσω με δέκα ανθρώπους ούτε με δύο, κι εκούσια δεν θά 'θελα να πολεμήσω ούτε μ' έναν. Αν όμως ήταν ανάγκη ή αν επρόκειτο να κερδίσω κάποιο μεγάλο βραβείο, ευχαρίστως θα αγωνιζόμουν με έναν από αυτούς τους άντρες που λες ότι είναι άξιοι όσο τρεις Έλληνες. Οι Λακεδαιμόνιοι πολεμώντας ένας προς έναν, δεν είναι κατώτεροι κανενός· πολεμώντας όμως πολλοί μαζί, είναι οι πιο ανδρείοι από όλους τους ανθρώπους, καθότι όσο ελεύθεροι κι αν είναι, δεν έχουν απεριόριστη ελευθερία, αλλά υπακούουν σε ένανμόνο ηγέτη, τον νόμο, που τον φοβούνται πολύ περισσότερο από όσοι οι δικοί σου φοβούνται εσένα. Εκτελούν ό,τι εκείνος τους προστάζει και τους προστάζει πάντα το ίδιο, και δεν τους συγχωρεί αν εγκαταλείψουν τη μάχη, όσο μεγάλο κι αν είναι το πλήθος των αντιπάλων, αλλά μένοντας στη θέση τους, ή θα νικήσουν ή θα πεθάνουν. Αν λέγοντάς σου αυτά σου φαίνομαι φλύαρος, από δω και στο εξής θα σιωπώ· τώρα όμως μίλησα επειδή μ' ανάγκασες. Σου εύχομαι, βασιλιά, να γίνουν τα πράγματα όπως τα επιθυμείς."
Και δεν έγιναν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου