Translate

Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013

Ημέρα Μνήμης για την Γενοκτονία του Μικρασιατικού Ελληνισμού

 
Όλοι γνωρίζουμε πως η 19η Μαΐου έχει καθιερωθεί ως Ημέρα Μνήμης για την Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού.  Η ημερομηνία αυτή σηματοδοτεί την έναρξη της δεύτερης, και πιο βάρβαρης, φάσης του προγράμματος για την εξολόθρευση του Ελληνισμού του Πόντου από το Κεμαλικό καθεστώς, που διάρκεσε από το 1919 μέχρι το 1922.
Η πρώτη φάση κάλυψε την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου 1914-1918, με πρωτεργάτες τους Νεότουρκους.
Ο τελικός απολογισμός αυτού του προγράμματος ήταν ο βιολογικός αφανισμός 353.000 Ελλήνων του Πόντου, που αντιστοιχούσε με το 50% του Ποντιακού Ελληνισμού, και ο ξεριζωμός του υπολοίπου με την πρωτοφανή στην παγκόσμια ιστορία Ανταλλαγή Πληθυσμών, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή το 1922.
Την ίδια μοίρα είχε και ο Ελληνισμός της υπόλοιπης Μικράς Ασίας, καθώς και της Ανατολικής Θράκης...
  Ο λόγος που συνήθως γίνεται αναφορά στην Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού είναι ότι η δεύτερη φάση των διώξεων και εξοντώσεων κατά την περίοδο 1919-1922, κατά κύριο λόγο έλαβαν χώρα στην βορειοανατολική περιοχή της Μικράς Ασίας, η οποία ήταν γνωστή ως Πόντος.
Κατά την περίοδο αυτή η νοτιοδυτική Μικρά Ασία, όπου ζούσε το μεγαλύτερο μέρος του Ελληνισμού, αποτελούσε πεδίο της Μικρασιατικής Εκστρατείας, μετά την απόβαση του πρώτου ελληνικού εκστρατευτικού σώματος στην Σμύρνη στις 15 Μαΐου 1919.
Η Τουρκία είναι υπεύθυνη για τις δύο πρώτες γενοκτονίες του 20ού αιώνα: πρώτα της γενοκτονίας των Αρμενίων, και στη συνέχεια των Ελλήνων. 
ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΝΕΟΤΟΥΡΚΩΝ 
Το 1889 ιδρύθηκε από φιλελεύθερους Τούρκους μια μυστική οργάνωση με σκοπό την ανατροπή του απολυταρχικού καθεστώτος που είχε επιβάλει ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ Β΄
Το 1907 στην οργάνωση αυτή εντάχθηκαν πολλοί Τούρκοι αξιωματικοί, και έγινε γνωστή ως το Κίνημα των Νεοτούρκων.
Οι Νεότουρκοι, για να εξασφαλίσουν την υποστήριξη των υπόδουλων λαών, υπόσχονταν ελευθερία, ισονομία και ισοπολιτεία μεταξύ όλων των πολιτών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. 
Γρήγορα όμως φάνηκε πως οι υποσχέσεις των Νεοτούρκων για ισονομία και ισοπολιτεία ήταν ψευδείς και παραπλανητικές.  Η πολιτική του εθνικισμού που ακολουθήθηκε από τους Νεότουρκους ήταν πολιτική εκτουρκισμού των διαφόρων εθνοτήτων.  Οι επαγγελίες για ισότητα, ελευθερία και ισονομία όλων των πολιτών ξεχάστηκαν, και τέθηκε σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα εκτοπίσεων, διώξεων και εξοντώσεων των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Σε συνέδριό τους στη Θεσσαλονίκη το 1911, οι Νεότουρκοι αποφάσισαν για τον βίαιο εκτουρκισμό, ή εν ανάγκη την εξόντωση των μη τουρκικών μειονοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.  Η απόφαση αυτή είχε ως εξής:
“Η Τουρκία πρέπει να γίνει μωαμεθανική χώρα, όπου η μωαμεθανική θρησκεία και οι μωαμεθανικές αντιλήψεις θα κυριαρχούν και κάθε άλλη θρησκευτική προπαγάνδα θα καταπνίγεται.  Αργά ή γρήγορα θα πραγματοποιηθεί η πλήρης οθωμανοποίηση όλων των υπηκόων της Τουρκίας.  Και είναι ολοκάθαρο ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει με την πειθώ.  Άρα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ένοπλη βία.  {...}  Το δικαίωμα των άλλων εθνοτήτων να έχουν δικές τους οργανώσεις θα πρέπει να αποκλειστεί.  Κάθε μορφή αποκέντρωσης και αυτοδιοίκησης θα θεωρείται προδοσία προς την τουρκική αυτοκρατορία”.
Όταν οι Νεότουρκοι διαπίστωσαν πως ο εκτουρκισμός των μειονοτήτων απαιτούσε χρόνο πολύ και μεγάλη προσπάθεια, κατέστρωσαν ένα πρόγραμμα εκτοπίσεων, των Ελλήνων κατά κύριο λόγο, που ήταν η μεγαλύτερη, και πιο οργανωμένη, από τις άλλες μειονότητες.
Με τις εκτοπίσεις έλπιζαν πως, διασπώντας τη συνοχή των Ελλήνων, θα τους υποχρέωναν να αφομοιωθούν με το τουρκικό στοιχείο.
Ατυχώς για τους Έλληνες της Ανατολικής Θράκης, της Μικράς Ασίας και του Πόντου, καθώς και για τους Αρμένιους και Ασσύριους, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, που ξέσπασε το 1914 και διήρκεσε μέχρι το τέλος του 1918, ήρθε να διευκολύνει τα σχέδια των Νεοτούρκων για την ολική εξόντωση ή ξεριζωμό αυτών των φυλετικών μειονοτήτων της Τουρκίας.
Ανεξέλεγκτη, λοιπόν, η Τουρκία κατά τη διάρκεια του πολέμου, και με την ενθάρρυνση και καθοδήγηση της συμμάχου της Γερμανίας, έθεσε σε εφαρμογή τα σχέδιά της για την εθνοκάθαρση των μειονοτήτων, ιδιαίτερα δε της ελληνικής και της αρμένικης.
Το 1914 άρχισαν οι μεγάλες διώξεις και εκτοπίσεις των Ελλήνων της Ιωνίας και της Ανατολικής Θράκης.  Το 1915 έγινε η γενοκτονία των Αρμενίων, με ενάμισι εκατομμύριο νεκρούς.  Αμέσως μετά άρχισε η πρώτη φάση της γενοκτονίας των Ελλήνων, που κράτησε μέχρι τη λήξη του πολέμου το Νοέμβριο του 1918.
Ο τότε Υπουργός Εξωτερικών της Αυστρίας, σε διπλωματικό έγγραφο της εποχής εκείνης προς το Βερολίνο, ανέφερε τα ακόλουθα:
“Η πολιτική των Τούρκων αποβλέπει, με μια γενικευμένη καταδίωξη του ελληνικού στοιχείου να εξοντώσει τους Έλληνες ως εχθρούς του κράτους, όπως πριν με τους Αρμενίους.  Οι Τούρκοι εφαρμόζουν τακτική εκτόπισης των πληθυσμών, δίχως διάκριση και δυνατότητα επιβίωσης, από τις ακτές στο εσωτερικό της χώρας, ώστε οι εκτοπιζόμενοι να είναι εκτεθειμένοι στην αθλιότητα και στον θάνατο από πείνα.  Τα εγκαταλειπόμενα σπίτια των ξεριζωμένων λεηλατούνται από τα τουρκικά τάγματα τιμωρίας ή καίονται και καταστρέφονται.  Και όλα τα άλλα μέτρα, τα οποία εις τους διωγμούς των Αρμενίων ευρίσκοντο εις ημερησίαν διάταξιν, επαναλαμβάνονται τώρα εναντίον των Ελλήνων”.
Ας σημειωθεί ότι η Τουρκία ήταν σύμμαχος των Αυστριακών και των Γερμανών, και ως εκ τούτου το έγγραφο του Υπουργού Εξωτερικών της Αυστρίας δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «αντιτουρκικό». 
Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΟΡΟΥ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ 
Το ότι τα προγράμματα της Τουρκίας για την εξόντωση της ελληνικής και της αρμενικής μειονότητας, κατά την περίοδο 1914-1923, αποτελούν πράξη γενοκτονίας φαίνεται από τον ορισμό του όρου “γενοκτονία” που δίνουν τα Ηνωμένα Έθνη. 
Η γενοκτονία αναγνωρίσθηκε από τον ΟΗΕ ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας το Δεκέμβριο του 1948, όταν το Ολοκαύτωμα των Εβραίων από τη Ναζιστική Γερμανία χαρακτηρίσθηκε από τη Δίκη της Νυρεμβέργης ως γενοκτονία.
Το Άρθρο Ζ΄ της «Σύμβασης για την πρόληψη της Γενοκτονίας» του ΟΗΕ λέει τα ακόλουθα:
Εις την παρούσα Σύμβαση, ως γενοκτονία νοείται οποιαδήποτε εκ των κατωτέρω πράξεων, ενεργουμένη με την πρόθεση ολικής ή μερικής καταστροφής ομάδας εθνικής, εθνολογικής, φυλετικής ή και θρησκευτικά τοιαύτης:
* Φόνος μελών της ομάδας.
* Σοβαρή βλάβη σωματικής ή διανοητικής ακεραιότητας των μελών της ομάδας.
* Εκ προθέσεως υποβολή της ομάδας σε συνθήκες που μπορούν να επιφέρουν την πλήρη ή την μερική σωματική καταστροφή αυτής.
* Μέτρα που αποβλέπουν στην παρεμπόδιση των γεννήσεων εις τους κόλπους ορισμένης ομάδας.
* Αναγκαστική μεταφορά των παιδιών μιας φυλετικής ομάδας σε άλλη φυλετική ομάδα.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τις διατάξεις των Ηνωμένων Εθνών, ακόμη και μία από τις παραπάνω πέντε πράξεις συνιστά πράξη γενοκτονίας.  Κατά τη διάρκεια του 1914 – 1922 η Τουρκία ήταν υπεύθυνη τουλάχιστον για τις πρώτες τρεις από τις πέντε προαναφερμένες πράξεις.
Η γενοκτονία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας – στην οποία υπάγεται και ο Πόντος – καθώς και της Ανατολικής Θράκης, από τους Τούρκους υπήρξε πράξη προμελετημένη, προγραμματισμένη και σταδιακή, και αποσκοπούσε στα εξής:
* Στον αναγκαστικό εξισλαμισμό των Ελλήνων.
* Στον προσχεδιασμένο εκτοπισμό τους.
* Στην αλλοίωση της εθνικής τους ταυτότητας.
* Στον βιολογικό τους αφανισμό, και
* Στον τελικό ξεριζωμό τους από τις πατρογονικές τους εστίες.
Στην ελληνική μειονότητα αμφισβητήθηκε το δικαίωμα στην ύπαρξη, το δικαίωμα στο σεβασμό της φυλετικής, εθνικής και πολιτιστικής της ταυτότητας, και το δικαίωμα να διατηρεί την ειρηνική κατοχή της πατρογονικής γης, στην οποία έζησε ανελλιπώς επί 3.000 χρόνια.
Αξίζει εδώ να αναφερθούμε στις παρατηρήσεις του Henry Morgenthau, Πρέσβη των Ηνωμένων Πολιτειών στην Κωνσταντινούπολη κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπως τις καταχωρεί στο βιβλίο του «Η τραγωδία της Αρμενίας», 1918.
{...} Αυτά που έγραψα για τους Αρμένιους ισχύουν εξίσου, σε γενικές γραμμές, και για τους Έλληνες και τους Ασσύριους.  Πράγματι, οι Έλληνες ήταν τα πρώτα θύματα της πολιτικής του εκτουρκισμού.  {...} Το μαρτύριο των Ελλήνων καλύπτει δύο περιόδους: πριν από τον Παγκόσμιο Πόλεμο, και από τις αρχές του 1915.  Στόχος της διώξεων της πρώτης περιόδου ήταν οι Έλληνες των δυτικών παραλίων (του Αιγαίου) της Μικράς Ασίας.
Κατά την δεύτερη περίοδο στόχος ήταν οι Έλληνες της Θράκης, και των παραλιών του Μαρμαρά, των Δαρδανελίων, του Βοσπόρου και της Μαύρης Θάλασσας.  Εκατοντάδες χιλιάδες Ελλήνων από τις περιοχές αυτές εκτοπίστηκαν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας... Αρχικά οι Τούρκοι επιστράτευαν τους Έλληνες, και στη συνέχεια σχημάτιζαν με αυτούς Τάγματα Εργασίας, και τους έστελναν στον Καύκασο και σε άλλα μέτωπα του πολέμου για να φτιάξουν δρόμους.  Εκεί οι Έλληνες, όπως οι Αρμένιοι πριν από αυτούς, πέθαιναν κατά χιλιάδες από το κρύο, την πείνα και από άλλες στερήσεις...
Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί με το 50% των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης.  Η πράξη αυτή των Τούρκων μόνο με μια λέξη χαρακτηρίζεται: Γενοκτονία.
Το πρόγραμμα γενοκτονίας του ελληνικού στοιχείου που ζούσε στην τότε επικράτεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εφαρμόσθηκε από τους Νεότουρκους μέχρι το 1918, και ολοκληρώθηκε από τους Κεμαλικούς κατά την περίοδο 1919-1922.
Συγκεκριμένα στοιχεία για την έκταση της γενοκτονίας σε αριθμούς θυμάτων δεν υπάρχουν, για ευνόητους λόγους.  Όπως συμβαίνει με όλα τα εγκλήματα, μετά τη διάπραξή τους οι εγκληματίες φροντίζουν να εξαφανίσουν κάθε ενοχοποιητικό στοιχείο.
Για το λόγο αυτό οι εκτιμήσεις των ιστορικών ερευνητών κυμαίνονται, ανάλογα με τις πηγές των πληροφοριών τους, και τους δικούς τους υπολογισμούς.  Οι περισσότεροι ιστορικοί τοποθετούν τον αριθμό των απωλειών από θανάτους κατά τη διάρκεια των εκτοπίσεων και εξοριών, και από τις εκτελέσεις, στο ένα εκατομμύριο.
Οι δικές μου εκτιμήσεις, με βάση τα στοιχεία που παραθέτω πιο κάτω, δείχνουν πως οι νεκροί πλησίαζαν το ένα εκατομμύριο επτακόσιες χιλιάδες. 
ΑΣ ΑΦΗΣΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΑΡΙΘΜΟΥΣ ΝΑ ΜΙΛΗΣΟΥΝ 
Σύμφωνα με απογραφή πληθυσμού που έγινε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1914, ο ελληνικός χριστιανικός πληθυσμός της Αυτοκρατορίας ανερχόταν σε 2.600.000 άτομα.  Οι Έλληνες που είχαν εξισλαμισθεί είχαν περιληφθεί με τους Μουσουλμάνους.
Μετά την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας το 1923, σαν αποτέλεσμα της Συνθήκης της Λωζάνης, το 1928 στην Ελλάδα έγινε γενική απογραφή του πληθυσμού.  Η απογραφή αυτή έδειξε ότι 1.200.000 κάτοικοι είχαν δηλώσει ως τόπο καταγωγής τους τη Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη.
Εδώ πρέπει να σημειωθεί πως άλλες πηγές (Η Μικρασιατική Καταστροφή, Εκδόσεις, Αθήνα) δείχνουν ότι τα 2.600.000 αναφέρονται στους Έλληνες της Μικράς Ασίας.  Σε αυτούς πρέπει να προστεθούν γύρω στους 800. 000 Έλληνες της Ανατολικής Θράκης (Χάρη Τσιρκινίδη «Επιτέλους τους ξεριζώσαμε...», Θεσσαλονίκη 1996), ανεβάζοντας το σύνολο των Ελλήνων της Μικράς Ασίας – στην οποία περιλαμβάνεται και ο Πόντος – και της Ανατολικής Θράκης στα 3.400.000.
Όταν από τα 3.400.000 Έλληνες που ζούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1914 αφαιρέσουμε το 1.200.000 που κατέφυγαν στην Ελλάδα ως πρόσφυγες, και τις 300.000 κατοίκους της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου, που η Συνθήκη της Λωζάνης τους εξαίρεσε από την ανταλλαγή των πληθυσμών, μένει ένα υπόλοιπο 1.900.000 ατόμων, η τύχη των οποίων αγνοείται. 
Αν από τον αριθμό αυτό αφαιρέσουμε 400.000 που υπολογίζεται ότι κατέφυγαν στη Σοβιετική Ένωση και σε άλλες χώρες, μένει ένα υπόλοιπο 1.500.000 ατόμων, που πρέπει να υπήρξαν θύματα της τουρκικής θηριωδίας.  Από αυτά 350.000 ήταν Έλληνες του Πόντου και 1.150.000 Έλληνες της υπόλοιπης Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης.
Ο αριθμός των Ελλήνων που υπήρξαν θέματα της πολιτικής εθνοκάθαρσης των Νεοτούρκων και των Κεμαλικών κατά την περίοδο 1914-1922 επιβεβαιώνεται και από τις αναφορές των ακόλουθων τριών Αμερικανών: Henry Morgenthau, George Horton, Arthur Frontingham.  Ο πρώτος ήταν Πρέσβης των ΗΠΑ στην Κωνσταντινούπολη, και ο δεύτερος Πρόξενος των ΗΠΑ στην Σμύρνη κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918), ενώ ο τρίτος έγραψε μια λεπτομερή ανάλυση των απωλειών του ίδιου πολέμου.
Στα βιβλία που συνέγραψαν αυτοί οι τρεις Αμερικανοί τοποθετούν τους Έλληνες που έχασαν τη ζωή τους από τις θηριωδίες των Τούρκων μέχρι το 1918 στο ένα εκατομμύριο. 
ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ 
Θα μας βοηθήσει να διαμορφώσουμε σαφή αντίληψη του μεγέθους της Γενοκτονίας της ελληνικής μειονότητας αν κοιτάξουμε τη δημογραφική σύσταση της Τουρκίας στα μέσα της δεκαετίας του 1910.
Στον πρώτο τόμο του δίτομου βιβλίου του Εκδοτικού Οίκου Πέλλα «Η Μικρασιατική Καταστροφή», το οποίο προλογίζει ο Καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Κώστας Φωτιάδης, δίνεται ένας αναλυτικός πίνακας του πληθυσμού της Μικράς Ασίας, ο οποίος είναι άκρως διαφωτιστικός, γιατί δείχνει ότι οι Τούρκοι σαν φυλή αποτελούσαν μόνο 18% του συνολικού πληθυσμού!
Ο πληθυσμός της Μικράς Ασίας στις αρχές του 20ού αιώνα ανερχόταν στα δέκα εκατομμύρια.
Η εθνολογική σύσταση αυτού του πληθυσμού είχε ως ακολούθως:
Φυλή                                                           Πληθυσμός      %
1.  Τούρκοι και Οθωμανοί                              1.800.000          18
2.  Έλληνες                                                   2.600.000          26
3.  Άλλες εθνότητες (γύρω στις 36)      5.600.000          56
     Σύνολο πληθυσμού                                 10.000.000          100
Στον αριθμό των Ελλήνων δεν περιλαμβάνονται οι Έλληνες της Ανατολικής Θράκης, οι οποίοι όπως ανέφερα πιο πάνω ανέρχονταν στις 800.000.
Τα δημογραφικά αυτά στοιχεία δείχνουν πως οι Τούρκοι αποτελούσαν μειονότητα μέσα στο ίδιο τους το κράτος.
Η τρίτη κατηγορία στον παραπάνω πίνακα απαρτίζεται από 36 εθνότητες, οι οποίες αν και είχαν ασπασθεί τον μουσουλμανισμό, φυλετικά δεν είχαν καμιά συγγένεια με τους Τούρκους.
Μετά τη φυσική εξόντωση ή τον ξεριζωμό από τις πατρογονικές τους εστίες των γηγενών χριστιανικών εθνοτήτων (Αρμενίων και Ελλήνων), και την επικράτηση του Κεμαλικού καθεστώτος, ο τουρκικός εθνικισμός έστρεψε τις ενέργειές του στην ταύτιση της μουσουλμανικής πίστης των διαφόρων εθνοτήτων με την τουρκική εθνική ταυτότητα, επιχειρώντας έτσι τη φυλετική τους αλλοίωση.
Σύμφωνα με το βιβλίο του Αμερικανού Arthur L. Frontingham, με τίτλο Handbook of War Facts and Peace Problems, το οποίο αναφερόταν στις απώλειες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και κυκλοφόρησε το 1919, κατά τη διάρκεια του 1914 – 1918 τα θύματα της τουρκικής θηριωδίας κατά των Αρμενίων, των Ελλήνων, των Ασσυρίων και των Εβραίων ανέρχονταν σε 4.100.000, που αποτελούσε ακριβώς 50% του πληθυσμού όλων των μειονοτήτων της Τουρκίας.
Με τον εμπρησμό της Σμύρνης και τις σφαγές του ελληνικού πληθυσμού τον Σεπτέμβριο του 1922, και τον ξεριζωμό του Ελληνισμού ολόκληρης της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης, έκλεισε ο κύκλος της παρουσίας των Ελλήνων στις περιοχές εκείνες μετά 30 αιώνες δημιουργικής παρουσίας.
Εκτός από το ανθρώπινο κόστος, που ξεπερνάει το ένα εκατομμύριο Ελλήνων που έχασαν τη ζωή τους με μαρτυρικά βάσανα, ο Ελληνισμός έχασε οριστικά ιστορικές περιοχές όπως η Ιωνία, ο Πόντος, η Καππαδοκία, η Ανατολική Θράκη.
Η βιαιότητα του τουρκικού εθνικισμού κατά των Ελλήνων, αλλά και των υπολοίπων χριστιανικών μειονοτήτων της Τουρκίας, ήταν πρωτοφανής στη σύγχρονη ιστορία.
Μόνο η Ναζιστική βία λίγα χρόνια αργότερα μπορεί να συγκριθεί με την απάνθρωπη πολιτική των Νεοτούρκων στην αρχή και των Κεμαλικών στη συνέχεια. 
ΜΙΛΑΜΕ ΓΙΑ ΔΥΟ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΕΣ 
Με ομόφωνη απόφασή του το 1994 το Ελληνικό Κοινοβούλιο όρισε την 19η Μαΐου ως Ημέρα Μνήμης για τη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου.  Το 1988, το Ελληνικό Κοινοβούλιο ανακήρυξε την 14η Σεπτεμβρίου, ημερομηνία που το 1922 οι Τούρκοι πυρπόλησαν τη Σμύρνη, ως Ημέρα Μνήμης για τη γενοκτονία του Ελληνισμού σε ολόκληρη την Μικρά Ασία.
Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν πρέπει να ξεχάσουμε και να συγχωρήσουμε το έγκλημα που διέπραξε ο τουρκικός εθνικισμός εις βάρος ενός μέρους της φυλής μας.
Δεν είναι λίγοι εκείνοι που λένε πως για το καλό της συνύπαρξης με τη γειτονική μας χώρα πρέπει να ξεχάσουμε το αμαρτωλό της παρελθόν.  Έχουν όμως αυτοί οι άνθρωποι το δικαίωμα να μιλάνε για το ένα εκατομμύριο θύματα, και για το ενάμισι εκατομμύριο που ξεριζώθηκε από τις πατρογονικές του ρίζες;
Επιπλέον, κάθε έγκλημα που παραβιάζει το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο πλήττει ολόκληρη την ανθρωπότητα, και όχι μόνο τα συγκεκριμένα άτομα ή την κοινωνία που στοχεύει να εξοντώσει.
Το διπλό ερώτημα αν πρέπει να ξεχάσουμε και να συγχωρήσουμε θα το απαντήσω αντιστρόφως: Θα συγχωρήσουμε μόνο όταν από την πλευρά της Τουρκίας υπάρξει η αναγνώριση της ενοχής και η ειλικρινής έκφραση μεταμέλειας.
Με το να συγχωρήσουμε όμως δεν σημαίνει πως πρέπει και να ξεχάσουμε. Δεν έχουμε το δικαίωμα ούτε εμείς, ούτε οι επόμενες γενιές, να απαλείψουμε από την ιστορία του έθνους μας μια από τις τραγικότερες σελίδες της. 
Η ιστορία καταγράφει την πορεία που ακολουθεί κάθε έθνος στο πέρασμα του χρόνου.  Πώς θα ήταν δυνατό να γραφεί η ιστορία του πρώτου τετάρτου του 20ού αιώνα χωρίς αναφορά στα μαρτύρια που είχε υποβληθεί σχεδόν το ήμισυ του ελληνικού λαού κατά την περίοδο εκείνη;
Η ιστορία δεν διαφέρει από την αρχαιολογία. Καταγράφει τα γεγονότα του παρελθόντος, όπως αυτά διαδραματίστηκαν. Όπως η επιστήμη δεν ανέχεται τις παραποιήσεις στην καταγραφή των ιστορικών εξελίξεων, έτσι και η ηθική καταδικάζει τις ωραιοποιήσεις των απάνθρωπων κακουργημάτων που διαπράχθηκαν από κάποιο κυρίαρχο κράτος εις βάρος μιας μειονότητάς του, εσκεμμένα και προγραμματισμένα.
Δεν πρέπει, λοιπόν, να συγχέουμε την συγχώρεση με την λήθη.  Η συγχώρεση μπορεί να μας ανεβάζει ηθικά, η λήθη όμως μας αλλοτριώνει από το ιστορικό μας παρελθόν.
Θα αποτελούσε τραγική ειρωνεία τα σχολικά βιβλία από τη μια να αναφέρονται στις σφαγές των Ψαρών και της Χίου από τους Τούρκους κατά την Επανάσταση του 1821, και από την άλλη να αποσιωπούν τις σφαγές των Ελλήνων του Πόντου, της υπόλοιπης Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης, εκατό χρόνια αργότερα...
 
Κυριάκος Αμανατίδης,
Ιστορικός Ερευνητής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου