Translate

Τρίτη, 28 Ιουλίου 2015

Τελετουργικό κάλεσμα στον Ήλιο από Ιάπωνες μέσα στην Επίδαυρο


Αποτέλεσε το καλλιτεχνικό γεγονός του καλοκαιριού κι ίσως από αυτά τα γεγονότα που τα ζει κανείς μία φορά στη ζωή του η παράσταση της Νέκυιας από το θέατρο Νο, σε σύλληψη, σκηνοθεσία και δραματουργική επεξεργασία Μιχαήλ Μαρμαρινού.
Την Παρασκευή και το Σάββατο στην Επίδαυρο, οι περίπου 10.000 θεατές (4.000 στην πρεμιέρα, 6.000 την επομένη) υπήρξαν μάρτυρες στη γέννηση μιας συγκίνησης και συνοδοιπόροι στην πορεία της κορύφωσής της. Γι' αυτό στο τέλος χειροκροτούσαν όρθιοι κι ενθουσιώδεις, φωνάζοντας «μπράβο», γεμάτοι από την ενέργεια, τη μοναδικότητα και τη γοητεία του εγχειρήματος...

Η θεατρική συνάντηση δύο πολιτισμών με βαθιές ρίζες μέσα στον χρόνο, περισσότερο από 2.500 χρόνια μετά τη δημιουργία της ομηρικής «Οδύσσειας» και 800 χρόνια από την ίδρυση του θεάτρου Νο, στέφθηκε από επιτυχία. Την ίδια επιτυχία γνώρισε και το τελετουργικό κάλεσμα στον ήλιο που πραγματοποίησε τα ξημερώματα του Σαββάτου στο θέατρο ο μάστερ Ροκουρό Γκενσό Ουμεουάκα, επικεφαλής του θιάσου Νο.
Όμως ήταν μόνο αυτό το ζητούμενο; «Αυτή η παράσταση της Νέκυιας αποτελεί μια αναζήτηση των απαρχών, του αφετηριακού σημείου, τόσο του ελληνικού όσο και του ιαπωνικού θεάτρου. Αποτελεί επίσης μια άνευ προηγουμένου, πρωτότυπη απόπειρα να δούμε την έκφραση που μπορεί να προσλάβει η αρχαία ελληνική μυθολογία με όχημα το ιδιότυπο ιαπωνικό κλασικό θέατρο Νο» είναι τα λόγια του μάστερ Γκενσό Ουμεουάκα.
Στην -ονομαζόμενη και Νεκυομαντεία ή Νέκυια- ραψωδία λ, ο Οδυσσέας αφηγείται πώς, από νοσταλγία για την πατρίδα του και με την παρότρυνση της Κίρκης, επιχείρησε την κάθοδο στον Αδη προκειμένου να λάβει από τον μάντη Τειρεσία χρησμό για τον γυρισμό του στην Ιθάκη. Αυτό που είδαμε στην Επίδαυρο δεν είχε τίποτα κοινό με ό,τι έχουμε συνηθίσει στη δυτική νοοτροπία και οπτική. Καμία σχέση με το δυτικό θεατρικό λεξιλόγιο, την προσέγγιση, την ανάγνωση, την ανάλυση, την απόδοση του κειμένου.
Με τις αρχές της αφαίρεσης, της ακινησίας, της σιωπής και του ρυθμού παραστάθηκε η Νέκυια από το θέατρο Νο. Κι έφτανε ο θεατής στην ουσία της με ακρίβεια και δύναμη. Με τη μεταξένια, σχεδόν αόρατη αισθητική του, τη μεταφυσική, τη μουσική, τον μινιμαλισμό και τη στιλιζαρισμένη κίνηση το θέατρο Νο ταίριαξε υπέροχα με τον ομηρικό κόσμο της ραψωδίας λ.
«Οι ηθοποιοί του θεάτρου Νο καλούμε τις ψυχές των νεκρών. Οι καλλιτέχνες ακούμε τις φωνές τους και κατευνάζουμε τα πνεύματά τους» λέει ο θίασος στην αρχή. «Ω! Μούσα, θεά εσύ της μουσικής και της αφήγησης... Μούσα, τραγούδησέ μου με οξυδέρκεια, σαν να ήτανε θεός ο ήρωας ο πολυμήχανος...» συνεχίζει.

Αυστηρά καθορισμένο τυπικό, νοτισμένο από σπάνια λεπταισθησία, σχηματοποίηση, με ελάχιστες κινήσεις, χειρονομίες συμβολικές και με λόγο που ακουγόταν με μέτρο, σχεδόν σαν τραγούδι, ο Οδυσσέας επισκέπτεται τον κόσμο των νεκρών. «Εάν θέλεις να φτάσεις στην πατρίδα σου πρέπει να πας και να μιλήσεις με τους νεκρούς» είναι η εντολή της Κίρκης, την οποία ο Οδυσσέας πραγματοποιεί, στη μετάφραση του Δ. Ν. Μαρωνίτη.
Ντυμένοι με μεταξωτά ευφάνταστα και χρυσοποίκιλτα ή ασπρόμαυρα παραδοσιακά κιμονό, οι ηθοποιοί έμοιαζαν να γλιστρούν στη σκηνή, μια τετράγωνη υπερυψωμένη εξέδρα ανοιχτή από όλες τις πλευρές, στο κέντρο της ορχήστρας (σκηνικά Εύα Μανιδάκη). Με μικρά βήματα, αργά, ρυθμικά, σαν να ήταν κουρδιστά παιχνίδια, πήραν τις θέσεις τους. Πρώτα οι μουσικοί (τυμπανιστές και φλαουτίστας), ο χορός, ο πρωταγωνιστής, όλοι με τις άσπρες κάλτσες τους διέσχισαν τον ειδικά κατασκευασμένο μαύρο γυαλιστερό διάδρομο-γέφυρα εισόδου στη σκηνή, που ξεκινούσε από τη βελανιδιά της αριστερής παρόδου, συνέχιζε πίσω από την ορχήστρα και τα σπαράγματα του προσκηνίου, έφτανε στο κέντρο της διαδρομής και οδηγούσε στη σκηνή. Σκηνικά αντικείμενα; Ελάχιστα.
Και οι φωτισμοί; Η Ελευθερία Ντεκώ δεν φώτισε απλώς. Ζωγράφισε με το φως, με απόλυτη λιτότητα και καθαρότητα, μακριά από φωτιστικές ακροβασίες, συμβάλλοντας στην ποίηση της παράστασης.
Την πρεμιέρα της "Νέκυια" χειροκρότησε, μεταξύ άλλων, ο αναπληρωτής υπουργός πολιτισμού, Ν. Ξυδάκης.

ΞΗΜΕΡΩΜΑΤΑ ΣΑΒΒΑΤΟΥ
Δεκάδες λευκές «σερπαντίνες» έφεραν το φως
Ξημερώματα Σαββάτου και η κινητικότητα στο θέατρο της Επιδαύρου είναι αυξημένη. Ηδη στις 5.30 π.μ. στο πάρκινγκ υπήρχαν δεκάδες αυτοκίνητα, ενώ οι πόρτες του θεάτρου άνοιγαν εκείνη την ώρα για να υποδεχθούν τους περίπου 1.800 θεατές που επέλεξαν να παρακολουθήσουν το τελετουργικό κάλεσμα στον ήλιο από το θέατρο Νο.
Αξιζε τον κόπο το ξενύχτι και το πρωινό ξύπνημα; Απολύτως! Μια μοναδική εμπειρία έζησε το κοινό, ένα δρώμενο που δίδαξε ο μεγάλος Γιαπωνέζος δάσκαλος Ροκουρό Γκενσό Ουμεουάκα, ακολουθώντας μια παλαιά τελετουργία για το πρώιμο φως, το Οκινα.
Το τελετουργικό διήρκεσε 80 λεπτά, με ένα 15λεπτο διάλειμμα ανάμεσα στα δύο μέρη, κατά τη διάρκεια του οποίου ελάχιστοι ήταν εκείνοι που αποχώρησαν. Αλλωστε, πέρα από τη συνάντηση με το πρώιμο θεατρικό είδος Οκινα, ήταν ότι για πρώτη φορά οι θεατές βίωναν το ξημέρωμα στο θέατρο του Πολυκλείτου. Κι αυτό από μόνο του αποτελούσε μια ιδιαίτερη καταγραφή στο προσωπικό ημερολόγιο του καθενός.
Η είσοδος στο κοίλον μετά την έναρξη της παράστασης γινόταν μόνο από το άνω διάζωμα. Η προσέλευση συνεχίστηκε μερικά λεπτά μετά την είσοδο των ηθοποιών στη σκηνή και όλα στη συνέχεια κύλησαν ομαλά, ήρεμα, με τάξη και άψογη οργάνωση από πλευράς φεστιβάλ (η είσοδος ήταν ελεύθερη για όλους).
Η επίκληση του θιάσου στον ήλιο προκειμένου να ανατείλει, μια τελετή που χαρακτηρίζεται από ιερότητα, αυστηρό τυπικό και αρχαίους μοναστικούς κώδικες, άρχισε στις 6 το πρωί ακριβώς. Το φως, εκείνη την ώρα λιγοστό, σχεδόν σκοτάδι.

Στην ορχήστρα, πάνω στην εξέδρα του σκηνικού, ο θίασος με τις χαρακτηριστικές του ενδυμασίες και τους ήχους από τα τύμπανα και τον αυλό έδινε ζωή στη μάχη του φωτός με το σκοτάδι: στο πώς οι δυνάμεις του σκότους θέλουν να εμποδίσουν με κάθε δύναμη το φως να ανατείλει, στο πώς η σκοτεινή θεότητα (ο ηθοποιός που την υποδυόταν φορούσε μαύρη μάσκα) χρησιμοποιεί τη δύναμή της προς αυτή την κατεύθυνση αλλά εντέλει το φως αναδεικνύεται νικητής. Μάλιστα, η κορύφωση της «μάχης» υπήρξε εντυπωσιακή, αφού οι δύο πλευρές «μονομάχησαν» με τρόπο που προκάλεσε αίσθηση: με μια χαρακτηριστική κίνηση του χεριού ελευθέρωναν δέσμες από δεκάδες λευκές «σερπαντίνες» (ένα χαρτί λεπτό, ελαφρύ, κομμένο σε λεπτές λωρίδες με βαρίδια-ψείρες ανάμεσά τους για να μην το παίρνει ο αέρας) τις οποίες εκτόξευαν προς τον αντίπαλό τους, ένα εύρημα που χρησιμοποίησαν αρκετές φορές.
Στο τέλος της «μάχης» η σκηνή είχε γεμίσει από αυτό το ψιλοκομμένο σε λωρίδες χαρτί και το φως αγκάλιαζε τον χώρο. Καθώς ο ήλιος ανέβαινε κι η μέρα ανέτελλε, τα πεύκα και τα βουνά πίσω από το προσκήνιο βάφονταν σιγά σιγά χρυσά ακολουθώντας τους ρυθμούς και τον χρόνο της αφήγησης. Τη φωνή του γκιώνη, που μας είχε υποδεχθεί το πρωί στο θέατρο, αντικατέστησε το τραγούδι των τζιτζικιών και το κελάηδισμα των πουλιών. Είχε πλέον ξημερώσει.

πηγή: Έθνος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου