Translate

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2016

"...ενώ ανέθεσε στα πλάσματα του τη δημιουργία των θνητών."

 "Όπως αναφέραμε στην αρχή, ο θεός  έβαλε συμμετρία στα πράγματα που ήταν ακατάστατα, τόσο μέσα στο καθένα όσο και ανάμεσα τους, έτσι ώστε να γίνουν κατά το δυνατόν ανάλογα και αρμονικά. Τότε κανένα από τα πράγματα δεν μετείχε, εκτός από σύμπτω­ση, σε αναλογίες και αρμονίες, ούτε και άξιζε να τους δώσουμε τις ονομασίες που έχουν σήμερα, δηλαδή φωτιά, νερό ή οποιοδήποτε από τ' άλλα...
Τα έβαλε λοιπόν κατ' αρχάς σε τάξη και μετά δημιούργησε το σύμπαν που ξέ­ρουμε σαν μοναδικό ζωντανό πλάσμα που περιέχει μέσα του όλα τα θνητά και τ' αθάνατα όντα. Δημιούργησε μόνος του τα θεία όντα, ενώ ανέθεσε στα πλάσματα του τη δημιουργία των θνητών. Κι εκείνα, μιμούμενα τον πατέ­ρα τους, πήραν απ' αυτόν την αρχή της αθάνατης ψυχής και γύρω της σκάλισαν θνητό σώμα για να το χρησιμο­ποιεί σαν όχημα.
Έβαλαν όμως μέσα στο σώμα κι άλλο είδος ψυχής, το θνητό, που έχει φοβερά και ασυγκράτητα πάθη: Κατ' αρχάς, τις απολαύσεις, που είναι το δέλεαρ του κακού ύστερα τις λύπες, που διώχνουν τα αγαθά την απερισκεψία και τον φόβο, που είναι άφρονες σύμβουλοι, τον θυμό, που δύσκολα υποχωρεί, την ελπίδα, που παρα­σύρεται εύκολα. Με όλα αυτά, αφού τ' ανακάτεψαν με το παράλογο αίσθημα και τον έρωτα που τολμά τα πάντα, αναγκαστικά έφτιαξαν το θνητό γένος.
Επειδή όμως φο­βούνταν μήπως μολύνουν το θείο στοιχείο, εκτός βέβαια από περίπτωση απόλυτης ανάγκης, τοποθέτησαν το θνητό χωριστά σε άλλο μέρος του σώματος, βάζοντας τον λαιμό σαν όριο και ισθμό ανάμεσα στο κεφάλι και στο στήθος, ώστε αυτά τα δυο στοιχεία να παραμένουν πάντα χωριστά. Μέσα στο στήθος και τον θώρακα, όπως ονομάζεται, έβα­λαν το θνητό μέρος της ψυχής. Κι επειδή ένα τμήμα της είναι από τη φύση του καλύτερο ενώ το άλλο χειρότερο, έφτιαξαν ένα χώρισμα στην κοιλότητα του θώρακα, όπως χωρίζουμε τα δωμάτια των ανδρών από των γυναικών τοποθετώντας σαν φραγμό τις φρένες. Εκείνο το μέρος της ψυχής που μετέχει στο θάρρος και στην ορμή, επειδή είναι φιλόνικο, το έβαλαν πιο κοντά στο κεφάλι, ανάμεσα στο διάφραγμα και στον λαιμό, για ν' ακούει τη λογική και να συγκρατεί δια της βίας τις επιθυμίες, κάθε φορά που αυτές αρνούνται να υπακούσουν εκούσια στις εντολές που προ­έρχονται από την ακρόπολη της λογικής.
 Την καρδιά, που αποτελεί δεσμό των φλεβών και πηγή του αίματος, το οποίο κυκλοφορεί με δύναμη σε όλα τα μέλη του σώμα­τος, την όρισαν να είναι φρουρός, έτσι ώστε, όταν φουντώ­νει η οργή του πάθους, το λογικό ειδοποιεί ότι υφίσταται κάποια άδικη πράξη είτε από εξωτερικά είτε από εσωτε­ρικά αίτια. Τότε όλα τα μέλη του σώματος αντιλαμβάνο­νται μέσω των φλεβών τις συμβουλές ή τις απειλές, τις υπακούνε και τις ακολουθούν, αφήνοντας έτσι το άριστο μέρος να διευθύνει, τα πάντα. Επειδή η καρδιά κατά την αναμονή κακών ή στην ένταση της οργής σκιρτά, οι θεοί, ξέροντας από πριν ότι το φούσκωμα του θυμού προέρχεται αποκλειστικά από τη φωτιά, δημιούργησαν και τοποθέτη­σαν κοντά της τον πνεύμονα που είναι μαλακός, δεν έχει αίμα και διαθέτει κοιλότητες όπως το σφουγγάρι, έτσι ώστε να δέχεται την πνοή και το ποτό, για να δροσίζει και ν' ανακουφίζει την καρδιά, όταν είναι οργισμένη. Για τον σκοπό αυτό κατεύθυναν τις διακλαδώσεις της τραχείας αρτηρίας στα πνευμόνια, και αυτά τα έβαλαν γύρω από την καρδιά σαν μαξιλάρι, ώστε, όταν φουντώνει μέσα της ο θυμός, να αναπηδά πάνω στα μαλακά πνευμόνια που υπο­χωρούν, να ηρεμεί, να υποφέρει λιγότερο και να μπορεί να υπηρετεί τη λογική με δύναμη.
Το μέρος πάλι της ψυχής που επιθυμεί τις τροφές, τα ποτά και όλα τ' άλλα που χρειάζεται το σώμα, το τοπο­θέτησαν στον χώρο ανάμεσα στις φρένες και στην περιοχή του αφαλού, τον οποίο ολόκληρο διαμόρφωσαν ως φάτνη για τη διατροφή του σώματος. Έδεσαν λοιπόν εκεί αυτό το μέρος της ψυχής σαν άγριο πλάσμα που πρέπει να τρέφεται δεμένο, αν θέλουμε να επιζήσει το ανθρώπινο γένος. Της όρισαν αυτή την περιοχή για διαμονή, ώστε τρεφόμενη στη φάτνη της και τοποθετημένη όσο το δυνα­
τόν πιο μακριά από το λογικό, να προκαλεί ελάχιστο θόρυβο κι ενοχλήσεις, για να μπορεί το θείο μέρος να σκέφτεται τι είναι περισσότερο ωφέλιμο τόσο για το σύ­νολο όσο και για κάθε μέλος του σώματος. Και επειδή οι θεοί ήξεραν ότι δεν θα κατανοούσε ποτέ το λογικό και ότι, ακόμα κι αν δεχόταν κάποτε κάποια αίσθηση, δεν θα είχε την ικανότητα να αντιληφθεί τα αίτια της, αλλά θα παρα­σύρεται μέρα νύχτα από φανταστικές εικόνες και παρα­στάσεις, επινόησαν, για να την προφυλάξουν, το συκώτι και το έβαλαν κοντά στην κατοικία της.
Το έφτιαξαν μάλιστα πυκνό, απαλό, λαμπερό, γλυκό αλλά και πικρό, κάνοντας ώστε η δύναμη της σκέψης που ξεκινάει από το μυαλό να αντανακλά πάνω του σαν σε καθρέφτη που δέχεται εικόνες και παράγει είδωλα, να φοβίζει αυτό το μέρος της ψυχής, να το απειλεί χρησιμοποιώντας ένα μέρος της πικρότητας του συκωτιού, να σκορπίζει οξύτη­τα στην επιφάνεια του και να δημιουργεί όλα τα χρώματα της χολής, κάνοντας το να φαίνεται τραχύ και γεμάτο ρυτίδες. Ακόμα, συστέλλει και πιέζει προς τα κάτω τον λοβό του, ενώ φράζει και κλείνει τα αγγεία του, προκα­λώντας έτσι λύπες και αδιαθεσίες. Από το άλλο μέρος, όταν μια ήρεμη πνοή από το λογικό ζωγραφίζει πάνω του φανταστικές εικόνες διαφορετικές από τις προηγούμενες, το απαλλάσσει από την πικρότητα, επειδή δεν θέλει να πλησιάσει ή ν' αγγίξει κάτι αντίθετο με τη φύση της.
Χρησιμοποιεί τότε την έμφυτη γλυκύτητα του συκωτιού για να ξαναφέρει όλα τα μέρη του στη σωστή τους μαλακή κι ελεύθερη θέση και δίνει στο τμήμα της ψυχής που βρί­
σκεται γύρω στο συκώτι γαλήνη και αταραξία, ώστε να περνάει ήρεμα τις νύχτες και να χρησιμοποιεί τη μαντική όταν κοιμάται, αφού δεν μετέχει ούτε στη λογική ούτε στη φρόνηση. Οι θεοί που μας έφτιαξαν έχοντας υπόψη την εντολή του πατέρα τους, που τους διέταξε να κάνουν το θνητό γένος όσο πιο καλό μπορούσαν,
βελτιώνοντας το κακό τμήμα της θνητής ψυχής, της έδωσαν μαντική δύνα­μη, η οποία μας αποκαλύπτει κατά ένα μέρος την αλήθεια.
Σημαντική απόδειξη ότι ο θεός έδωσε στην ανθρώπινη αφροσύνη τη μαντική είναι το γεγονός ότι κανένας δεν έχει πραγματική και θεόπνευστη μαντική δύναμη όταν είναι ξύπνιος, παρά μόνο στον ύπνο του, τότε που η δύναμη της σκέψης είναι περιορισμένη, ή όταν ενεργεί παράλογα από κάποια αρρώστια ή θεία έμπνευση. Γνώρισμα του ανθρώπου που έχει τα λογικά του είναι να θυμάται και να σκέφτεται όσα ονειρεύεται ή όσα βλέπει, όταν δεν κοι­μάται, χάρη στη θεία δύναμη κι έμπνευση, αλλά και να αναλύει με τη λογική όσες εικόνες είδε, δηλαδή τη σημασία τους και για ποιον δείχνουν κάτι καλό ή κακό για το μέλλον, το παρόν ή το παρελθόν
Εκείνος όμως που έπαθε ιερή μανία και εξακολουθεί να βρίσκεται σ' αυτή την κα­τάσταση δεν μπορεί να κρίνει όσα βλέπει ή ακούει αφού, όπως λέγεται από τα παλιά χρόνια, μόνο αυτός που έχει τα λογικά του είναι σε κατάσταση να ενεργεί και να αντιλαμ­βάνεται τον εαυτό του και όσα συμβαίνουν γύρω του. Έτσι δημιουργήθηκε η συνήθεια να ερμηνεύουν τις θεόπνευστες μαντείες οι προφήτες, που ορισμένοι τους ονομάζουν μά­ντεις, γιατί αγνοούν εντελώς ότι εξηγούν απλώς τις αινιγ­ματικές φωνές και οράματα κι ότι πολύ σωστά θα μπο­ρούσαν να ονομάζονται ερμηνευτές των μαντείων και όχι μάντεις.
Γι' αυτούς λοιπόν τους λόγους η φύση του συκωτιού είναι όπως την περιγράψαμε και έχει τοποθετηθεί στο σημείο που αναφέραμε πιο πριν, για χάρη δηλαδή της μαντικής. Ακόμα, όταν κάποιος είναι ζωντανός δίνει κα­θαρά σημάδια, ενώ, όταν πάψει να ζει, γίνεται τυφλό, και οι μαντείες του είναι πολύ ασαφείς και αόριστες. Όσο για το όργανο που βρίσκεται δίπλα του, αυτό δημιουργήθηκε και έχει την έδρα του στ' αριστερά για χάρη του συκωτιού, ώστε να το διατηρεί πάντα λαμπερό και καθαρό, όπως το μαλακό όργανο, σαν σε καθρέφτη κοντά, πάντοτε έτοιμο. Έτσι, όταν δημιουργούνται στο συκώτι ακαθαρσίες που προέρχονται από σωματικές ασθένειες, η σπλήνα τις κα­θαρίζει και τις απορροφά επειδή είναι φτιαγμένη από πο­ρώδες υλικό και δεν έχει αίμα. Όταν λοιπόν γεμίσει από τις ακαθαρσίες, μεγαλώνει και
εξογκώνεται όταν όμως καθαριστεί το σώμα, η σπλήνα μικραίνει και ξαναγυρίζει στην αρχική τηςκατάσταση.
Μπορούμε επομένως, αν βέβαια συμφωνεί μαζί μας ο θεός, να υποστηρίξουμε την ορθότητα των ισχυρισμών μας σχετικά με την ψυχή, δηλαδή ποιο τμήμα της είναι θείο και ποιο θνητό, σε ποιο σημείο έχει τοποθετηθεί, κοντά σε ποια όργανα βρίσκεται και για ποιο λόγο τοποθετήθηκε χωριστά. Δεν πρέπει ν' αμφιβάλλουμε ότι είπαμε πράγμα­τα πιθανά, αλλά να τα επιβεβαιώνουμε καθώς προχωρούμε στην ανάπτυξη του' θέματος μας. Τώρα λοιπόν έτσι ας συνεχίσουμε τη συζήτηση μας κι ας εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο έγινε και το υπόλοιπο σώμα, κάνοντας τις παρακάτω σκέψεις.
Εκείνοι που δημιούργησαν το γένος μας γνώριζαν την απληστία που θα γεννιόταν μέσα μας για τα φαγητά και τα ποτά, κι ότι από τη λαιμαργία μας θα καταναλώναμε περισσότερα απ' όσα χρειαζόμαστε. Προνοώντας λοιπόν να μη φτάσει σε οριστικό τέλος το ατελές γένος μας από αρρώστιες, φρόντισαν να φτιάξουν ένα είδος δοχείου που ονομάζεται κάτω κοιλία, της οποίας προορισμός είναι να δέχεται το πλεόνασμα από την κατά­χρηση ποτών και φαγητών. Γύρω της τύλιξαν τα έντερα για να μη φεύγει έξω η τροφή και αναγκάζει το σώμα να ζητάει άλλη κάνοντας εξαιτίας της
γαστριμαργίας ολόκλη­ρο το ανθρώπινο γένος αδιάφορο προς τη φιλοσοφία και
άμουσο και απείθαρχο προς το κατ' εξοχήν θείο στοιχείο που υπάρχει μέσα μας.

Όσο για τα κόκαλα, τη σάρκα και τα υπόλοιπα μέρη, αυτά έγιναν ως εξής.
Η αρχή τους βρίσκεται στη γένεση του μυελού. Σ' αυτόν στερεώθηκαν οι δεσμοί της ζωής, οι οποίοι συνδέουν την ψυχή με το σώμα και αποτελούν τις ρίζες του ανθρώπινου γένους, ενώ ο ίδιος δημιουργήθηκε από άλλα πράγματα. Ο θεός πήρε από τα πρώτα τρίγωνα όσα ήταν ανθεκτικά, λεία και μπορούσαν να παράγουν με ακρίβεια φωτιά, νερό, αέρα και χώμα, τα ξεχώρισε από το είδος τους, τ' ανακάτεψε μεταξύ τους με ορισμένη αναλογία κι έφτιαξε τον μυελό που αποτέλεσε κοινό σπέρμα για όλο το γένος των θνητών. Ύστερα δημιούργησε τα διάφορα είδη της ψυχής, τα συνδύασε μεταξύ τους και χώρισε τον μυελό από την αρχή σε σχήματα αντίστοιχα κατά τον αριθμό και τη φύση του με εκείνα της ψυχής.
Το μέλος του μυελού που θα περιλάμβανε μέσα του το θείο σπέρμα, σαν να ήταν καρπερό χωράφι, το έφτιαξε σφαιρικό και το ονόμασε εγκέφαλο επειδή αυτό το δοχείο, όταν θα ολοκλη­ρωνόταν κάθε ζωντανό πλάσμα, θα γινόταν κεφάλι. Το μέρος όμως που προοριζόταν να δεχτεί το υπόλοιπο και θνητό μέρος της ψυχής το διαίρεσε σε στρογγυλά και μακρόστενα σχήματα τα οποία ονόμασε μυελό. Από αυ­τά, σαν να ήταν άγκυρες, έριξε τους δεσμούς ολόκληρης της ψυχής κι έπλασε γύρω τους ολόκληρο το σώμα μας, φτιάχνοντας προηγουμένως ένα κοκάλινο περίβλημα για την προστασία του.
Τα κόκαλα έγιναν με τον ακόλουθο τρόπο. Αφού κοσκίνισε χώμα μέχρι να γίνει λεπτό και καθαρό, το ανακάτεψε και το ύγρανε με μυελό. Έπειτα το έβαλε στη φωτιά, το βύθισε στο νερό, το έβαλε πάλι στη φωτιά και μετά το ξαναβύθισε στο νερό. Επανέλαβε αρκετές φορές την ίδια διαδικασία, ώστε να γίνει αδιάλυτο από τα δυο αυτά στοιχεία και, στη συνέχεια, χρησιμοποιώ­ντας την ύλη αυτή, δημιούργησε μια κοκάλινη σφαίρα γύρω από τον εγκέφαλο, στην οποία άφησε ένα στενό άνοιγμα.
Ύστερα κατασκεύασε σπονδύλους στον λαιμό και στην πλάτη, τους οποίους τοποθέτησε σαν στρόφιγγες τον ένα κάτω από τον άλλο σε ολόκληρο το σώμα, αρχί­ζοντας από το κεφάλι. Και για να προφυλάξει ολόκληρο το σπέρμα, το έκλεισε μέσα σε ένα φράχτη από πέτρα. Ύστε­ρα έφτιαξε αρθρώσεις ανάμεσα στα κόκαλα χρησιμοποιώ­ντας τη δύναμη του μεταβλητού, έτσι ώστε να μπορούν να κινούνται και να κάμπτονται.
Πιστεύοντας όμως ότι το κόκαλο ήταν πολύ σκληρό και αλύγιστο, ώστε να
καταστρέψει το σπέρμα που υπήρχε μέσα του όταν θα θερμαι­νόταν και θα
ξανακρύωνε, επινόησε τη δημιουργία των νεύρων και της σάρκας. Συνέδεσε όλα τα μέλη του σώμα­τος με νεύρα που σφίγγονται ή χαλαρώνουν γύρω από τις αρθρώσεις, βοηθώντας έτσι το σώμα να λυγίζει και να τεντώνεται. Επινόησε ακόμα τη σάρκα σαν ασπίδα για τη ζέστη και σαν προφύλαξη από το κρύο ή τις πτώσεις, οπότε λειτουργεί σαν παραγεμισμένο ρούχο που υποχωρεί στην πίεση. Και η υγρασία που διαθέτει μέσα της ανεβαίνει το καλοκαίρι στην επιδερμίδα με τον ιδρώτα που εξατμί­ζεται και προσφέρει φυσική δροσιά σ' ολόκληρο το σώμα.
Αντίθετα, τον χειμώνα, η εσωτερική της φωτιά προστα­τεύει το σώμα από το κρύο που το χτυπάει και το περι­κυκλώνει απ' έξω.
Έχοντας τις σκέψεις αυτές, ο πλάστης μας ανακάτεψε και συνέδεσε νερό, φωτιά και χώμα κι έβαλε σ' αυτό το μείγμα λίγο ζυμάρι από οξύ και αλάτι δημιουργώντας τη μαλακή και γεμάτη χυμούς σάρκα.
Έφτιαξε επίσης τα νεύρα από μείγμα κόκαλου και αζύμωτης σάρκας, σχηματίζοντας έτσι μια ύλη με τις ιδιότητες των δυο συστατικών της στοιχείων, στην οποία έδωσε
ξανθό χρώμα. Γι' αυτό τα νεύρα είναι πιο σφιχτά και πιο σκληρά από τη σάρκα, αλλά πιο μαλακά και πιο ελα­στικά από τα κόκαλα. Μ' αυτά λοιπόν ο θεός -τύλιξε τα κόκαλα και τον μυελό, αφού πρώτα τα συνέδεσε μεταξύ τους, και στη συνέχεια τα κάλυψε όλα με σάρκες. Όσα κόκαλα είχαν μέσα τους μεγάλη ποσότητα ψυχής, τα τύ­λιξε με
ελάχιστες σάρκες, ενώ εκείνα που είχαν λιγότερη ψυχή κάλυψε με πολλές και πυκνές σάρκες.
Στις συνδέσεις των οστών, όπου η λογική έδειχνε ότι δεν χρειαζόταν μεγάλη ποσότητα, έβαλε λίγη σάρκα, ώστε να μην εμπο­δίζεται η κάμψη και γίνονται τα σώματα βαριά και δυσκί­νητα. Άλλωστε, ο όγκος και η πυκνότητα της σφιχτής σάρκας θα προκαλούσε αναισθησία στο σώμα από τη στερεότητά της και θα εμπόδιζε τα διανοητικά του τμήματα να λειτουργήσουν αποδοτικά. Γι' αυτό τον λόγο συμπλη­ρώθηκαν με σάρκες οι μηροί, οι κνήμες, τα ισχία, τα κόκαλα του χεριού και του βραχίονα, καθώς και όλα εκεί­να που δεν έχουν φρόνηση λόγω της μικρής ποσότητας ψυχής στον μυελό τους.
Εκείνα όμως που έχουν φρόνηση είναι εφοδιασμένα με λιγότερες σάρκες, εκτός από τις περιπτώσεις που ο θεός έφτιαξε σκόπιμα κάποια σαρκώδη όργανα, ειδικά για αισθήσεις, όπως είναι η γλώσσα. Τα περισσότερα όμως τα έφτιαξε όπως είπαμε παραπάνω. Η ύλη που γεννιέται και διατηρείται από την ανάγκη δεν δέχεται τη συνύπαρξη χοντρού κόκαλου και άφθονης σάρ­κας. Αν αυτά τα χαρακτηριστικά μπορούσαν να βρεθούν μαζί, θα τα είχε το κεφάλι τότε το ανθρώπινο γένος, με σαρκώδες, δυνατό και νευρώδες κεφάλι θ' αποκτούσε δι­πλάσια και πολλαπλάσια ζωή από την τωρινή, πιο υγιεινή και λιγότερο δυστυχισμένη.
Οι δημιουργοί μας όμως τώρα, με τη σκέψη αν έπρεπε να φτιάξουν γένος που θα ζει περισσότερα χρόνια και θα είναι χειρότερο ή πιο βραχύβιο και καλύτερο, θεώρησαν ότι η συντομότερη και καλύτερη ζωή είναι πολύ προτιμότερη από τη μεγάλη και χειρότερη.
 Έτσι, κάλυψαν το κεφάλι με λεπτό κόκαλο κι όχι με σάρκες και νεύρα, δεδομένου ότι δεν χρειαζόταν να είναι εύκαμπτο. Για όλους αυτούς τους λόγους λοιπόν προστέ­θηκε στο ανθρώπινο σώμα το κεφάλι, που είναι πιο ευαί­σθητο και συνετό, αλλά πολύ πιο ασθενικό. Για τον ίδιο λόγο και με τον ίδιο τρόπο ο θεός έβαλε τα νεύρα στη βάση
του κεφαλιού, τα τύλιξε συμμετρικά γύρω από τον λαιμό και τα στερέωσε μαζί με τα σαγόνια κάτω από το πρόσω­πο. Τα υπόλοιπα νεύρα τα σκόρπισε στα άλλα μέλη του
σώματος, συνδέοντας άρθρωση με άρθρωση. Ακόμα, εκεί­νοι που διακόσμησαν το στόμα μας, το στόλισαν με δόντια και γλώσσα και χείλη, όπως το βλέπουμε σήμερα, τόσο από ανάγκη όσο και για το καλό του. Αναγκαίο είναι οτιδήποτε μπαίνει στο στόμα και εφοδιάζει το σώμα με τροφή, ενώ το καλύτερο ρεύμα απ' οποιοδήποτε άλλο είναι η ροή του λόγου που βγαίνει έξω και εξυπηρετεί τη λογική.
Δεν ήταν, επίσης, δυνατό ν' αφήσουν το κεφάλι καλυμμένο μόνο με το κόκαλο,
εξαιτίας της διαφοράς μεγάλης ζέστης και δυνατού κρύου που οφείλονται στην εναλλαγή των εποχών. Ούτε μπορούσαν να το αφήσουν να καλυφθεί με πολλές
σάρκες, ώστε να γίνει ανόητο και χωρίς σωστή αντίληψη εξαιτίας του όγκου της σάρκας που θα το σκέ­παζε.
Χώρισαν λοιπόν από τη σάρκα που δεν ξεραινόταν εύκολα ένα μεγάλο κομμάτι, που ονομάζεται δέρμα, το οποίο απλώθηκε και σχημάτισε ένα κυκλικό περικάλυμμα γύρω από το κεφάλι, όπου υπήρχε υγρασία, η οποία, βγαί­νοντας από τις ραφές του κρανίου και ποτίζοντας το δέρμα, το έκλεισε τελικά στην κορυφή του κεφαλιού κάνοντας το κόμπο. Τα διάφορα είδη των ραφών του κρανίου δημιουρ­γήθηκαν από τις περιφορές της ψυχής και από την τροφή της αυξάνουν σε αριθμό όταν αυτά τα δυο μάχονται μετα­ξύ τους, ενώ μειώνονται όταν επικρατεί ηρεμία.
Όλο αυτό το δέρμα ο θεός το κέντησε παντού με φωτιά. Όταν όμως τρυπήθηκε και άρχισε να βγαίνει έξω η υγρασία του, τότε χάθηκε όλο το υγρό και θερμό μέρος του, όσο ήταν καθαρό, ενώ εκείνο που ήταν ανακατεμένο με τα υλικά από τα οποία φτιάχτηκε, σπρώχτηκε με δύναμη προς τα πάνω, έγινε πολύ λεπτό κι έφυγε έξω από τ' ανοίγματα.
Επειδή όμως ήταν αργό και ξανασπρωχνόταν πίσω από τον εξω­τερικό αέρα που υπήρχε γύρω του, τότε ξαναχωνόταν μέσα στο σώμα και συγκεντρωνόταν κάτω από το δέρμα. Αυτή είναι η διαδικασία με την οποία φύτρωσαν οι τρίχες στο δέρμα με το οποίο μοιάζουν πολύ είναι όμως πιο σκληρές και πυκνές, γιατί τις έχει συμπιέσει το κρύο και φαίνονται σαν ιμάντες. Αυτή η συστολή προκλήθηκε σε όλες τις τρίχες χωριστά, όταν αποχωρίστηκαν από το δέρμα και συστέλλονταν από το κρύο. Σύμφωνα λοιπόν με τα παρα­πάνω, ο δημιουργός τοποθέτησε πυκνό τρίχωμα στο κεφά­λι μας, με τη σκέψη να το χρησιμοποιήσει σαν κάλυμμα του αντί για τη σάρκα, επειδή ήταν ελαφρύ, προστάτευε το κρανίο, έδινε σκιά χειμώνα και καλοκαίρι και δεν αποτε­λούσε εμπόδιο στην ομαλή λειτουργία των αισθήσεων. Ύστερα, στο σημείο όπου ενώνονται τα νεύρα, το δέρμα και τα κόκαλα των δαχτύλων τοποθετήθηκε ένα ειδικό μείγμα, το οποίο σχηματίστηκε από το ανακάτεμα των τριών αυτών στοιχείων, που ξεράθηκε κι έγινε σκληρό. Αυτό το μείγμα δημιουργήθηκε βέβαια από τις δεύτερες αιτίες, τελειοποιήθηκε όμως από την πρωταρχική αιτία, τη θεία διάνοια, για χάρη όσων θα γίνονταν στη συνέχεια. Εκείνοι που μας έπλασαν ήξεραν, φυσικά, ότι από τους άντρες θα δημιουργούνταν κάποια μέρα γυναίκες και όλα τ' άλλα πλάσματα. Ήξεραν ακόμα ότι πολλά απ' αυτά τα πλάσματα θα είχαν ανάγκη από νύχια σε διάφορες περι­στάσεις. Γι' αυτό έδωσαν νύχια στους ανθρώπους μόλις τους δημιούργησαν.
Σύμφωνα λοιπόν με αυτές τις σκέψεις έφτιαξαν το δέρμα, τις τρίχες και τα νύχια στις άκρες των μελών του σώματος. Αφού λοιπόν είχαν συνενωθεί όλα αυτά τα μέλη και τα
τμήματα των θνητών, αναγκαστικά η ζωή τους εξαρτιόταν από τη φωτιά και τον αέρα. Επειδή όμως φθείρονταν και διαλύονταν, όταν άδειαζαν απ' αυτά τα στοιχεία, οι θεοί επινόησαν τρόπο για να τους βοηθήσουν. Αφού ανακάτεψαν λοιπόν τη φύση του ανθρώπου με άλλα σχήματα κι αισθή­σεις, δημιούργησαν μια φύση συγγενική με τη δική του, από την οποία έγιναν κι άλλα είδη όντων, όπως τα καλ­λιεργημένα δέντρα, τα φυτά και οι σπόροι που αναπτύχθηκαν με τη γεωργία και μας εξυπηρετούν.
Μέχρι τότε υπήρχαν μόνο τ' άγρια είδη τους, που είναι πολύ παλαιότερα από τα ήμερα. Όποιο πράγμα, επομένως, μετέχει στη ζωή πρέπει πολύ σωστά και δίκαια να ονομάζεται ζωντα­νό. Το πλάσμα όμως για το οποίο συζητάμε αυτή τη στιγμή μετέχει στο τρίτο είδος της ψυχής, η οποία, όπως είπαμε, βρίσκεται ανάμεσα στις φρένες και τον αφαλό, χωρίς λογική και ορθή σκέψη. Διαθέτει το αίσθημα του ευχάριστου ή του δυσάρεστου μαζί με επιθυμίες. Διαρκώς βρίσκεται σε κατάσταση παθητική, γιατί η γένεση δεν του έδωσε την ικανότητα να περιστρέφεται γύρω από τον ε­αυτό του και, απωθώντας την εξωτερική κίνηση, να χρη­σιμοποιεί τη δική του. Ακόμα, δεν έχει την έμφυτη ικανό­τητα να καταλαβαίνει και να σκέφτεται την κατάσταση του. Επομένως ζει και δεν διαφέρει καθόλου από τα υπό­λοιπα πλάσματα, παραμένει όμως πάντα ακίνητο και ρι­ζωμένο στο χώμα, γιατί δεν διαθέτει κίνηση που προέρχε­ται από τον ίδιο του τον εαυτό.
Όταν λοιπόν οι ανώτεροι μας δημιούργησαν όλα αυτά τα είδη για να τρεφόμαστε εμείς οι κατώτεροι, άνοιξαν διόδους μέσα στο σώμα μας, όπως γίνεται με τους κήπους που ποτίζονται από το τρεχούμενο νερό.
Πρώτα πρώτα έφτιαξαν δυο αθέατα αυλάκια κάτω από το σημείο όπου ενώνεται το δέρμα με τη σάρκα, δηλαδή τις νωτιαίες φλέ­βες, τη δεξιά και την αριστερή, επειδή και το σώμα μας έχει δεξιό και αριστερό τμήμα. Τις τοποθέτησαν κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης, ώστε ο γόνιμος μυελός να βρίσκεται ανάμεσα τους και να διατηρείται όσο το δυνατόν πιο ακμαίος για να γίνεται από εκεί ομαλά το πότισμα των άλλων μελών του σώματος, αφού η κυκλοφο­ρία προς τα κάτω είναι πιο εύκολη. Έπειτα, αφού χώρισαν τις φλέβες γύρω στο κεφάλι, τις έπλεξαν μεταξύ τους και τις οδήγησαν σε διαφορετικές κατευθύνσεις, στρέφοντας τις αριστερές προς τα δεξιά και τις δεξιές προς τ' αριστε­ρά, έτσι ώστε να χρησιμεύουν μαζί με το δέρμα ως σύνδεσμος του κεφαλιού με το σώμα, δεδομένου ότι η κορυφή του κεφαλιού δεν είναι τυλιγμένη με νεύρα, αλλά και για να μεταδίδονται σ' ολόκληρο το σώμα όλες οι αισθήσεις που προέρχονται κι από τα δυο μέρη του.
Ύστερα κανόνισαν την άρδευση με τέτοιο περίπου τρόπο, που θα καταλάβου­με ευκολότερα αν συμφωνήσουμε στο ακόλουθο ζήτημα. Όλα τα σώματα που αποτελούνται από μικρότερα μόρια εμποδίζουν τα μεγαλύτερα, ενώ όσα αποτελούνται από μεγαλύτερα δεν μπορούν να εμποδίσουν τα μικρότερα. Έτσι η φωτιά, που διαθέτει τα μικρότερα στοιχεία απ' όλα τα γένη, μπορεί να περνάει μέσα από το νερό, το χώμα και τον αέρα και μέσα απ' όσα αποτελούνται απ' αυτά, χωρίς να την εμποδίζει τίποτα. Ακριβώς το ίδιο πρέπει να έχουμε υπόψη μας και σχετικά με την κοιλιά μας. Μπορεί και συγκρατεί τις τροφές και τα ποτά που μπαίνουν μέσα της, αλλά δεν μπορεί να κρατήσει τον αέρα και τη φωτιά που αποτελούνται από μικρότερα μόρια. Αυτά τα δυο λοιπόν χρησιμοποίησε ο θεός για να μεταφέ­ρει τα υγρά από την κοιλιά στις φλέβες, φτιάχνοντας με αέρα και φωτιά ένα πλέγμα όπως το ψαράδικο καλάθι, από αέρα και φωτιά, που είχε δυο εσωτερικούς σάκους στο άνοιγμα του, από τους οποίους πάλι ο ένας ήταν φτιαγμέ­νος έτσι ώστε να χωρίζεται στα δύο. Αυτούς τους δυο σάκους τους τέντωσε κυκλικά, σαν να ήταν σκοινιά, γύρω από ολόκληρα τα πνευμόνια, μέχρι τις άκρες τους. Το εσωτερικό του πλέγματος αυτού έγινε από φωτιά, ενώ οι σάκοι και το περίβλημα δημιουργήθηκαν από αέρα. Ύστε­ρα πήρε αυτό το αντικείμενο και το έβαλε στο πλάσμα που είχε φτιάξει με τον εξής τρόπο.
Τον ένα σάκο τον έβαλε στο στόμα κι επειδή ήταν διπλός, κατέβασε το ένα μέρος του από την τραχεία στον πνεύμονα και το άλλο στην κοιλιά δίπλα στις αρτηρίες.
Από τον δεύτερο σάκο, αφού τον χώρισε στη μέση, έβαλε κάθε τμήμα του στα ανοίγματα της μύτης, έτσι ώστε όταν δεν άφηνε ελεύθερη τη δίοδο ο σάκος που βρισκόταν στο στόμα, να γεμίζουν από τον άλλο όλα τα ρεύματα, ακόμα και του πρώτου. Έπειτα κόλλησε το υπόλοιπο τμήμα του πλέγματος γύρω από την κοιλό­τητα του σώματος μας και το έκανε άλλοτε να ρέει ομαλά προς τους σάκους που είναι φτιαγμένοι από αέρα και άλλο­τε να γυρίζει προς τα πίσω.
Κι επειδή το σώμα μας είναι αραιό, το πλέγμα μπορεί να μπαίνει ή να βγαίνει απ' αυτό ακολουθούμενο από τις ακτίνες της εσωτερικής φωτιάς που συνδέονται μαζί του, όταν ο αέρας κινείται προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Αυτό το πράγμα δεν θα σταματήσει να γίνεται όσο ζει το θνητό πλάσμα και λέμε πως ονομά­στηκε εισπνοή και εκπνοή από εκείνον που έδωσε τα ονό­ματα.
Όλη αυτή η διαδικασία και τ' αποτελέσματα της διαμορφώθηκαν για να εξασφαλιστεί η τροφή και η ζωή του σώματος μας με το πότισμα και τη δροσιά. Η εσωτε­ρική φωτιά ακολουθεί πάντα την αναπνοή που μπαίνει ή βγαίνει από μέσα μας, αιωρείται στην κοιλιά μας, δέχεται τις τροφές και τα ποτά που υπάρχουν εκεί, τα διαλύει σε μικρά μόρια, τα παρασύρει μέσα από τα ανοίγματα, απ' όπου περνάει η ίδια, και τα κατευθύνει στις διόδους των φλεβών σαν να τ' αντλεί, δημιουργώντας τα ρεύματα των
φλεβών που κυλάνε δια μέσου του σώματος.


Ας εξετάσουμε όμως πάλι τη διαδικασία της αναπνοής και τις αιτίες που την έκαναν να λειτουργεί έτσι. Κατ' αυτό τον τρόπο λοιπόν. Επειδή δεν υπάρχει πουθενά κενό στο οποίο θα μπορούσε να μπει κάποιο κινούμενο σώμα και επειδή η ανάσα μας βγαίνει προς τα έξω, είναι φανερό στον καθένα ότι η εκπνοή δεν γίνεται στο κενό αλλά διώχνει από την έδρα του τον αέρα που βρίσκεται μπροστά της, ο οποίος, καθώς απωθείται, διώχνει πάντοτε τον αέρα που υπάρχει γύρω του. Έτσι λοιπόν τα πάντα κινούνται κυκλι­κά γύρω από το μέρος απ' όπου βγαίνει η αναπνοή, την ακολουθούν και γεμίζουν το κενό που έχει δημιουργηθεί, παίρνοντας τη θέση της. Όλα αυτά συμβαίνουν ταυτόχρο­να, σαν τον τροχό που περιστρέφεται, επειδή δεν υπάρχει καθόλου κενό. Γι' αυτό τον λόγο ο χώρος του στήθους και των πνευμόνων, που αδειάζει όταν βγει από μέσα τους ο αέρας,ξαναγεμίζει από τον αέρα που υπάρχει γύρω από το σώμα, ο οποίος διεισδύει μέσα από τις αραιές σάρκες και κινείται κυκλικά. Ύστερα, όταν αυτός ο αέρας διωχθεί έξω από το σώμα, σπρώχνει την αναπνοή μέσα από το στόμα και τα ρουθούνια. Η αιτία αυτής της διαδικασίας πρέπει να δεχτούμε ότι είναι η παρακάτω.
Τα εσωτερικά μέρη κάθε ζωντανού πλάσματος, τα οποία βρίσκονται γύρω στο αίμα και τις φλέβες του, είναι πολύ ζεστά, σαν να υπάρχει μέσα τους μια αστείρευτη πηγή φωτιάς. Αυτό το έχουμε παρο­μοιάσει με ψαράδικο πλέγμα και είπαμε ότι το μέρος που βρίσκεται στη μέση είναι φτιαγμένο από φωτιά ενώ το εξωτερικό περιέχει αέρα. Πρέπει τώρα να δεχτούμε ότι η θερμότητα από τη φύση της βγαίνει προς τα έξω και πηγαίνει στο συγγενικό της είδος. Κι επειδή υπάρχουν δυο έξοδοι, η μια από το έξω μέρος του σώματος και η άλλη από το στόμα και τη μύτη, κάθε φορά που η φωτιά τρέχει σε μια απ' αυτές σπρώχνει τον αέρα προς την άλλη. Ο αέρας, όταν απωθείται, πέφτει στη φωτιά και θερμαίνε­ται, ενώ εκείνος που βγαίνει έξω κρυώνει. Καθώς η θερμό­τητα αλλάζει θέση και τα μόρια γύρω στην άλλη έξοδο θερμαίνονται, το πιο ζεστό μέρος του αέρα στρέφεται προς τα εκεί και, επειδή κινείται προς μια φύση όμοια με τη δική του, σπρώχνει κυκλικά τον αέρα που βρίσκεται στην άλλη έξοδο. Έτσι, παθαίνοντας και ανταποδίδοντας συνε­χώς τα ίδια, το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται ένας κύκλος με ταλαντώσεις μπρος πίσω, και από αυτές τις δύο να γίνεται η εισπνοή και η εκπνοή."
ΠΛΑΤΩΝ-ΤΙΜΑΙΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου