Translate

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2019

Εσείς, ω αθάνατες ψυχές των ελεύθερων προγόνων μου!

Με τον τίτλο Ελληνική Νομαρχία φέρεται ένα κορυφαίο λόγιο έργο του ελληνικού προεπαναστατικού διαφωτισμού που συνέγραψε ο «Ανώνυμος ο Έλλην» και εξέδωσε ο ίδιος, χωρίς να αποκαλύπτεται το πραγματικό όνομά του.
Πρόκειται για ένα έργο κειμήλιο σκέψης και εθνικής αφύπνισης, εθνεγερτικού χαρακτήρα που εκδόθηκε στην Ιταλία το 1806, περιλαμβάνοντας 266 σελίδες. Αφιερωμένο στον Ρήγα Βελεστινλή, το πρώτο κεφάλαιο αποτελεί έναν ύμνο προς την «ιερά ελευθερία», ενώ στη συνέχεια καυτηριάζει έντονα την τυραννία, την κοινωνική ανισότητα, το χρήμα, την κατάσταση του υπόδουλου ελληνικού έθνους, τους προύχοντες και το ιερατείο της εποχής, προβάλλοντας τέλος την αναγκαιότητα της εκπαίδευσης προς αποφυγή κυρίως της ξενοδουλείας. Ο συγγραφέας του έργου παρά τις συστηματικές και επίμονες έρευνες μελετητών δεν έγινε ποτέ γνωστός και το πρόβλημα αυτό συνεχίζει μέχρι σήμερα να απασχολεί την ελληνική γραμματεία. Για το ποιος μπορεί να κρύβεται πίσω από την «Ανωνυμία του Έλληνα» έχουν προταθεί κατά καιρούς πολλά ονόματα. Πάντως από το ίδιο το κείμενο διαφαίνεται ότι ο «Ανώνυμος» ήταν εγγράμματος, είχε διαβάσει αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, καθώς και εγκυκλοπαιδιστές της εποχής του γαλλικού διαφωτισμού, βαθιά επηρεασμένος από τον Ρήγα, γνώριζε πολύ καλά την Αυλή του Αλή Πασά, συνεπώς τα Ιωάννινα και μιλούσε επίσης γαλλικά και ιταλικά. Ας πάμε να διαβάσουμε μερικά αποσπάσματα αν και αξίζει να το αναζητήσετε στα βιβλιοπωλεία και να το διαβάσετε ολόκληρο.
"Εσείς, ω αθάνατες ψυχές των ελεύθερων προγόνων μου! Ενδυναμώστε τώρα το ζήλο μου με τις ηρωικές προσταγές σας (εντάλματα), για να εκφράσω όπως πρέπει τα κάλλη της Ελευθερίας στους απογόνους σας. Και συ, ιερή πατρίδα, εγκαρδίωσε και στερέωσε την αγάπη μου προς εσένα, με την ενθύμηση των παλαιών κατορθωμάτων σου, για να παραστήσω με σαφήνεια στα τέκνα σου τις φοβερές ανάγκες σου (χρείες) και να ενθουσιάσω τις ελληνικές καρδιές τους με τον θείο σου έρωτα.
Αλίμονο! Πού είσαι ιερή ελευθερία! Πού νόμοι! Πού νομοδότες! Όσο γνωρίζουμε την αληθινή σημασία σου, τόσο αυξάνει ο πόθος μας να σε απολαύσουμε. Εσύ είσαι η μητέρα των μεγάλων ανδρών, εσύ ο στύλος της δικαιοσύνης, εσύ πηγή της ευτυχίας. Ε, πόσα καλά λείπουν από εκείνους που σε στερούνται! Και πόσο θα κλάψουν όσοι μέχρι σήμερα δεν σε γνώρισαν! Ιερή Ελευθερία, εμείς με τα δόντια θα συντρίψουμε τις αλυσίδες μας, και θα τρέξουμε να σε συναντήσουμε! Είναι πλέον αδύνατον οι ελληνικές ψυχές να κοιμούνται στον λήθαργο της τυραννίας! Θ’ ακουστεί και πάλι ο λαμπρός ήχος των αρμάτων μας που θα κατατροπώσουν τους τυράννους, και μάλιστα πολύ γρήγορα! ­­
Όπως λέει ο φιλόσοφος ποιητής Όμηρος, ο Ζεύς στερεί το μισό του λογικού από έναν υποδουλωμένο λαό, με τρόπο που δείχνει φανερά ότι νόμιζε πως οι δούλοι είναι άνθρωποι διαφορετικής φύσης και πολύ κατώτερης ικανότητας σε σχέση με τους ελεύθερους. Και τόσο αναγκαία έκρινε την ελευθερία στον άνθρωπο, που χωρίς αυτήν δεν μπορούσε να ονομαστεί άνθρωπος. Ω Έλληνες, η ελευθερία είναι για μας όπως η όραση στους οφθαλμούς. Αν ο άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος δεν είναι δυνατό να γνωρίσει τη διαφορά του από τον δούλο, κι επομένως, είναι αναγκαίο πράγμα στον δούλο να γνωρίσει την ελευθερία, για να μισήσει τη δουλεία και να την αποστραφεί. Ας μη σας φανεί λοιπόν παράξενο, αν ο σκλάβος δεν γνωρίζει αμέσως (παραχρήμα) τη γλυκύτητα της ελεύθερης ζωής. Αυτός μπορεί να παρομοιαστεί μ’ έναν άρρωστο, που αποστρέφεται κάθε νόστιμο φαγητό, σα να μην ήταν πλέον φτιαγμένο από τα ίδια υλικά, που πρωτύτερα του άρεσαν. Αναγκαία λοιπόν του είναι η υγεία. Η ελευθερία είναι περισσότερο αναγκαία στον δούλο, που ασθενεί στην ψυχή, και μη γνωρίζοντας σε τι συνίσταται η πρόσκαιρη αυτή ζωή, ζει μόνο για να τρώει, και υπάρχει σα να μην υπάρχει (είναι ωσάν να μην είναι). Αγαπητοί μου, στοχαστείτε ότι, σε όποια κατάσταση κι αν βρίσκεται ο δούλος, πρέπει εξ ανάγκης να είναι δυστυχής. Αν μεν είναι πλούσιος, φοβάται να μη φτωχύνει, κι αν είναι φτωχός, λυπάται που δεν είναι πλούσιος.
Σε καθεστώς δουλείας, ο ενάρετος χλευάζεται, ο φιλαλήθης δεν εισακούεται, η τιμή συνοδεύεται από τη φτώχεια και η αρετή από την αδιαφορία· η δυσπιστία, ο φθόνος και το μίσος είναι αναπόφευκτα γεννήματα της δουλείας και στο μυαλό των δούλων αντικαθιστούν την εμπιστοσύνη, τη φιλία, κι αυτήν ακόμα τη φιλανθρωπία, ανώφελη εντελώς και πολλές φορές επιζήμια. Λοιπόν, πώς είναι δυνατόν ο ταλαίπωρος δούλος, ο οποίος, απ’ όταν γεννήθηκε μέχρι το τέλος της ζωής του, άλλο δεν έμαθε παρά να υποτάσσεται σ’ έναν άλλο, πώς, λέω, μπορεί να καταλάβει ότι η φύση μας έκανε όλους όμοιους και ότι οι νόμοι πρέπει να βλέπουν αδιαχώριστα (αδιάφορα) όλους τους πολίτες; Πώς είναι δυνατόν, εκείνος ο σκληροτράχηλος τύραννος να στοχαστεί ποτέ και να καταπεισθεί, ότι όποιος θέλει ν’ ανέβει στον θρόνο, για να γίνει μεγαλύτερος από τους άλλους, γίνεται στο τέλος υποδεέστερος; Πώς, τέλος πάντων, είναι δυνατόν, αγαπητοί μου, ­ε! ταλαίπωρη ανθρωπότητα!­ πώς είναι δυνατόν, λέω, εκείνος ο σκλάβος που πάντοτε χτυπιέται (τύπτεται) γυμνός, πεινασμένος κι αδικημένος και υπακούει όπως το βόδι τον γεωργό, από χρέος και συνήθεια, συχνά μάλιστα ο κύριος είναι πιο ποταπός από τον δούλο του, πώς, λέω, είναι δυνατόν να γνωρίσει αυτός, ότι ο ίδιος πρέπει να είναι μέρος του όλου και η ζωή του χρησιμεύει σε όλους, όπως κι ο θάνατός του; Πώς μ’ έναν λόγο, όντας δούλος, ν’ αγαπήσει την ελευθερία και να γνωρίσει την ανάγκη για την απόκτησή της;
Αλίμονο! (φεύ!) Αυτός νομίζει, και αναπόφευκτα μάλιστα νομίζει, ότι γεννήθηκε σκλάβος και ούτε καν τολμά να κακοτυχήσει τη γέννα του. Ω! πόσο εκστατικός θα έμενε ένας τέτοιος άνθρωπος, αν ένας ελεύθερος του έλεγε: τυφλέ και ανόητε άνθρωπε, μάθε ότι μία είναι η φύση και δεν διαφέρει σε τίποτα ο τύραννός σου από σένα. Τα περιστατικά της ζωής και η κακή διοίκηση μόνο σε κατέστησαν τόσο διαφορετικό, ώστε να διαφέρεις από τον αφέντη σου σχεδόν όσο διαφέρει ο χαλκός από το ασήμι. Άνοιξε τα μάτια του νου σου, δύστυχε θνητέ, και δες ότι ο ουρανός βρέχει για όλους, η γη βλασταίνει για όλους και τα φυσικά χαρίσματα είναι κοινά· κι εσύ, ταλαίπωρε, πιστεύεις σαν θεό έναν άλλον άνθρωπο, ίδιον μ’ εσένα, τρέμεις μπροστά του και του πουλάς το αξιότερο δώρο της φύσης, την ελευθερία σου! Πώς μπορείς… και άλλα τέτοια. Τι στοχάζεστε θα του αποκρινόταν ο σκλάβος, αγαπητοί μου; Σίγουρα, ή θα τον νόμιζε για τρελό ή δε θα καταλάβαινε τίποτες· και πώς θα μπορούσε να υποφέρει τις αλυσίδες του, αν γνώριζε για μια στιγμή την αλήθεια; Πώς θα ήταν δυνατόν να δει ο φυλακωμένος ανοιχτή τη θύρα της φυλακής του και να μη φύγει; Βεβαίως, αδύνατον είναι να συμβεί παρόμοιο πράγμα. Ιδού λοιπόν, πόσο απαραίτητη είναι η ελευθερία στον άνθρωπο, για να γνωρίσει το είναι του. Αδελφοί μου, ο δούλος δε γίνεται ποτέ ελεύθερος, αν δε γνωρίσει τι εστί ελευθερία, κι όποιος αγνοεί την ελευθερία, αγνοεί την ύπαρξή του (το είναι του). Πιστέψτε με, αδελφοί μου, ο δούλος ποτέ δε στοχάζεται πως είναι όμοιος με τον κύριο του, αλλά είναι σχεδόν βέβαιος ότι αυτός πρέπει να είναι δούλος κι εκείνος αφέντης. Τι δυστυχία! (Βαβαί!)
Όμως, πώς φλογίζεται η καρδιά εκείνων που γνωρίζουν την ελευθερία και δεν την έχουν. Εκείνοι στ’ αλήθεια τυραννιούνται, κι επομένως μόνον αυτοί γνωρίζουν εντελώς την ανάγκη τέτοιου καλού. Σ’ αυτούς πρέπει να ελπίζουν οι λαοί που είναι υπόδουλοι, επειδή αυτοί, κατά κάποιον τρόπο, μετριάζουν την ασχήμια τους, όπως μερικά κτίρια στολίζουν μια κατεδαφισμένη πόλη. Αυτοί λοιπόν ας διδάξουν την αλήθεια κι ας καταπείσουν μια φορά τους αγαπητούς μου Έλληνες, ώστε να γνωρίσουν πως μόνο η δουλεία προξενεί τα κακά από τα οποία πάσχουν, κι ας καταλάβουν πόσο ανάγκη έχουν την ελευθερία, για να ζήσουν όσο το δυνατόν ευτυχισμένοι· γιατί, χωρίς αυτήν, δεν μπορούν να έχουν ούτε δικαιοσύνη, ούτε ισότητα (ομοιότητα), ούτε αγάπη, μ’ έναν λόγο, ούτε καμιά άλλη αρετή. Αντιθέτως δε (τουναντίον), στην ελεύθερη ζωή τιμάται η αξιοσύνη κι έκαστος συμπολίτης βρίσκει το καλό του στο καλό των άλλων. Εκεί, ο καθένας είναι μέρος του όλου, η αρετή δοξάζεται, εκεί αναγνωρίζεται η ανδρεία, εκεί γίνεται πράξη η αγαθότητα, εκεί φυλάσσεται η φιλία, εκεί τιμάται ως άξιο πράγμα η τιμή, ο δικαστής (κριτής) δεν έχει προκαταλήψεις για τα πρόσωπα και ο κρινόμενος είναι μοναδικός· εκεί διαφεντεύουν οι νόμοι, και οι νόμοι είναι δικαστές, η αθωότητα είναι αδιαμφισβήτητη (απτόητος), η τιμωρία δίκαιη, η ανταμοιβή κοινή, και μύρια άλλα χρηστά κατορθώματα, που δεν τ’ αναφέρω χάρη συντομίας. Και ποιός δε βλέπει πόσο αναγκαία είναι η ελευθερία; Ο ενάρετος θ’ αναγνωρίσει την ανάγκη της και θα προτιμήσει (προκρίνει) την ελεύθερη ζωή, όπου βλέπει να είναι η αρετή τιμημένη και δοξάζονται οι ενάρετοι. Και ο γενναίος στην ψυχή δε θα διστάσει καθόλου, βλέποντας τους ελεύθερους λαούς να τιμούν αιώνια τους γενναίους άνδρες και τους ήρωες.
 Αφού λοιπόν είναι προφανές, ότι μόνον η ελευθερία κάνει τους ανθρώπους ενάρετους κι εμφυτεύει στις καρδιές όλων των πολιτών την άμιλλα, ώστε να κάνουν αγαθές πράξεις (ευ πράττειν), γι’ αυτό και μόνο στις ελεύθερες πολιτείες γεννιούνται μεγάλοι άνθρωποι και ιδού πώς η ελεύθερη πολιτεία είναι η αιτία για μεγάλα κατορθώματα. Όπως ένα μυρωδάτο λουλούδι (ευώδες άνθος), όταν γεννιέται ανάμεσα στα δάση, όπου κανείς δεν το βλέπει, ή κατατρώγεται από τα ζώα ή σαπίζει τελείως με τον καιρό, τέτοιας λογής πράγματα συμβαίνουν και στις υποδουλωμένες πόλεις, στις οποίες, όταν βρεθεί κάποιος άξιος άνθρωπος (άξιον υποκείμενον), αφού δεν έχει τρόπο ν’ αναδειχθεί, πεθαίνει, χωρίς κανένας να γνωρίσει την αξιοσύνη του. Για τούτο, και η ιστορία, σχεδόν καθόλου ή πολύ σπάνια, μνημονεύει άξιους ανθρώπους που έζησαν σε καθεστώς δουλείας, ενώ, αντίθετα, εξιστορεί πλουσιοπάροχα μύρια ονόματα ανδρών που έζησαν σε πολιτείες ελεύθερες· λοιπόν, η ελευθερία είναι για τους άξιους πολίτες της ό,τι είναι το καλλιεργημένο περιβόλι για τα ωραία λουλούδια του, τα οποία είναι χρήσιμα, επαινούνται και αναγνωρίζονται απ’ όλους. Αλλά, πόσες φορές πρέπει να το φωνάξω, πως η ελευθερία στον άνθρωπο είναι πιο αναγκαία κι από την ίδια την ύπαρξή του! Γιατί αυτή κάνει τη ζωή γλυκιά, αυτή γεννά τους υπερασπιστές της πατρίδας, αυτή φτιάχνει νομοθέτες, ενάρετους, σοφούς ανθρώπους και τεχνίτες, αυτή μόνη, τέλος πάντων, τιμά την ανθρωπότητα.
Άραγε, πόσοι άνδρες ικανοί γεννιούνται στην Ελλάδα, αλλά πεθαίνουν όπως γεννήθηκαν, αφού δεν έχουν τα μέσα που είναι αναγκαία για να πετύχουν σπουδαία πράγματα; Ω, Έλληνες, οι ελεύθεροι λαοί τιμούν τους άξιους ανθρώπους, και όσο ζουν και μετά τον θάνατό τους· όσο βρίσκονται στη ζωή τους τιμούν με τον κοινό σεβασμό (κοινόν σέβας), με τους αληθινούς επαίνους, με γενναία βραβεία και με στεφάνια δόξας που τους προσφέρουν· κι όταν πεθάνουν, τους αποδίδουν τιμές με μνήμη αιώνια· τα ονόματά τους βρίσκονται χαραγμένα σε ναούς, πυραμίδες ή στύλους και ο καθένας μπορεί να δει τον νεκρό ήρωα ζωγραφισμένο ή σε άγαλμα· ώστε, βλέποντας τον, οι πολίτες εύκολα παρακινούνται να δουλέψουν με πίστη για την πατρίδα τους και με κάθε χαρά να θυσιάσουν τη ζωή τους για τη σωτηρία της. Κάθε συμπολίτης, αντικρύζοντας τη μορφή ενός ήρωα που έχει πεθάνει, λέει στον εαυτό του: ε! άμποτες να γίνω κι εγώ άξιος για τέτοια δόξα και ν’ αθανατίσω τ’ όνομά μου.
Λοιπόν, όποιος είναι δύσπιστος ας πάρει στα χέρια του τον αξιαγάπητο (αξιάγαστον) Πλούταρχο και τον γλυκύτατο (ηδύτατο) Ξενοφώντα, για να μάθει πόσα μπορεί να καταφέρει ο ανθρώπινος νους σε μια ελεύθερη πολιτεία και να δει, ταυτόχρονα, ότι όσα φαίνονται αδύνατα στους δούλους, μόλις είναι δύσκολα για τους ελεύθερους και μεγαλόψυχους άνδρες. Αδελφοί μου, το ξαναλέω, η ιστορία είναι το ευκολότερο μέσο για να καταλάβετε πόσα μεγάλα κατορθώματα φέρνει η ελευθερία· αυτή, τέλος πάντων, είναι ο πιο σοφός δάσκαλος των ανθρώπων που αγαπούν να μάθουν την αλήθεια, και μάλιστα των σημερινών Ελλήνων, που την έχουν τόσο μεγάλη ανάγκη. 
Εμπρός, αδελφοί μου! H ελευθερία της πατρίδας κρέμεται σήμερα από την ανδρεία μας. Ας μη δειλιάσει κανένας μπροστά σε τόσους εχθρούς· αυτοί, αν και είναι πολλοί, είναι όμως άνανδροι και θηλυμανείς. Οι βάρβαροι θα τρομάξουν, μόλις δουν τους Έλληνες να ορμούν εναντίον τους· ας πάμε λοιπόν. Η δόξα μιας τέτοιας μάχης (επιχειρήσεως) δεν είναι καθημερινή, αλλά συμβαίνει σπάνια· ας μη χάσουμε την ευκαιρία για τέτοια τιμή, ας αφήσουμε τα ονόματά μας στους αιώνες (αιωνιάσωμεν) και ας δοξάσουμε (ευφημίσωμεν) την πατρίδα μας. Ο ίδιος έχω χρέος να θυσιαστώ γι’ αυτήν, και σεις είστε συμπατριώτες μου και δεν μπορείτε να στοχαστείτε αλλιώς, διαφορετικά από μένα. Η ζωή του αληθινού πολίτη πρέπει να τελειώνει ή [πεθαίνοντας] για την ελευθερία του ή με την ελευθερία του. Αλλά πώς μπορώ να εκφράσω τον ενθουσιασμό εκείνου του ήρωα και τον ένθερμο ζήλο αυτών που τον ακολουθούσαν; Ω Έλληνες! Τέτοια πράγματα δεν γράφονται ούτε μπορεί να τα διηγηθεί κανένας, μπορούμε μόνο να τα αισθανθούμε.»
Ω μεγαλόψυχε και θαυμάσιε Λεωνίδα!
Ω τρισευτυχισμένη (πανολβία) Ελλάδα που αξιώθηκες τέτοια λαμπρή τύχη!
Ιδού ο καρπός των καθημερινών αγώνων που έδωσαν τα παιδιά σου. Ιδού τα θαυμαστά αποτελέσματα των φοβερών νόμων του μεγάλου Λυκούργου! Επιτέλους, ιδού ο σκοπός των ασκήσεων (γυμνάσεων), με τις οποίες οι πολίτες βρίσκονταν πάντα σε πόλεμο, ο οποίος, αν και πλαστός, δίδασκε με μεγάλη ευκολία τα πιο αναγκαία μαθήματα της στρατιωτικής τέχνης· αυτήν, μαζί με τη μεγαλοψυχία, έφεραν σε πέρας ευτυχές τις πλέον δύσκολες επιχειρήσεις".

Ελληνική Νομαρχία: Συντεθείς τε καὶ τύποις ἐκδοθεὶς ἰδίοις ἀναλώμασι πρὸς ὠφέλειαν τῶν Ἑλλήνων, ΠΑΡΑ ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ, Ἐν Ἰταλίᾳ. 1806.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου