Translate

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2018

Η φύση των θεών

Τι είναι οι Έλληνες θεοί; Μια ερώτηση που όσες φορές την έκανα πήρα και μία διαφορετική απάντηση. Είναι νόηση; οι θεοί γεννιόνται; είναι αναρίθμητοι και χωρίς όριο, πάντα σε κίνηση; είναι ο θεός σχισμένος, ή είναι φωτεινός κύκλος που ζώνει τον ουρανό; είναι αιθέρας; περιπλανώνται θεϊκά οι θεοί στο χώρο; ή ο κόσμος είναι θεός, μια δύναμη δηλαδή που κατευθύνει τις ορθές και απαγορευμένες πράξεις αυτές που είναι αντίθετες προς την ορθότητα;
Στο παρακάτω απόσπασμα από το βιβλίο "Για τη φύση των θεών" του Κικέρωνα, θα διαβάσουμε τις -τόσο διαφορετικές- αντιλήψεις των φιλοσόφων για τους θεούς των Ελλήνων. Ας πάμε να το απολαύσουμε.
"Ο Θαλής ο Μιλήσιος, που άνοιξε την παρέλαση των ερευνών γι’ αυτή τη φύση, έκανε το νερό την αρχή όλων των πραγμάτων, ο θεός του ήταν η νόηση που από αυτό το στοιχείο τα κατασκευάζει. Εάν παραδεχθούμε την ύπαρξη των θεών που δεν έχουν ούτε ψυχή, ούτε συναίσθημα προς τι να προσθέσουμε στο νερό πνεύμα και αν το πνεύμα μπορεί να υπάρξει μόνο του όταν απουσιάζει κάθε σώμα, γιατί πρέπει να του προσθέσουμε το νερό;
Η γνώμη του Αναξίμανδρου είναι ότι οι θεοί γεννιόνται, ότι έρχονται στον κόσμο σε μεγάλα χρονικά διαστήματα, ότι κατόπιν πεθαίνουν και ότι υπάρχουν αμέτρητοι κόσμοι. Αλλά πως αντιλαμβανόμαστε ένα θεό που δεν είναι αθάνατος;
Μετά από αυτόν ο Αναξιμένης αποφάσισε ότι ο αέρας είναι Θεός, ότι έχει δημιουργηθεί, ότι είναι αναρίθμητος και χωρίς όριο, πάντα σε κίνηση, έτσι, στερημένος από κάθε μορφή, ο αέρας πως θα μπορούσε να είναι θεός, υπόθεση τόσο λιγότερο αποδεχτή καθόσον ένας θεός πρέπει να έχει πολύ ωραία μορφή και επειδή, κάθε πράγμα που έχει γεννηθεί, πρέπει να πούμε ότι είναι θνητό.
Ο Αναξαγόρας, που ήταν μαθητής του Αναξιμένη, υποστήριξε πρώτος ότι μια νόηση, με την άπειρη δύναμη της και τη λογική της, είχε διατάξει με μια συγκεκριμένη τάξη όλα τα μέρη του σύμπαντος και το έκανε έτσι όπως είναι. Αυτός ο φιλόσοφος δεν είχε αντιληφθεί ότι δεν μπορούσε να έχει σε ένα άπειρο ον κίνηση του συνόλου ούτε αίσθηση, δεν έχει αντιληφθεί ότι, κατά γενικό τρόπο, η αίσθηση δεν είναι δυνατή παρά μόνο υπό την προϋπόθεση ότι το ον που αισθάνεται υφίσταται την επίδραση μιας αίσθησης. Να προσθέσουμε ότι εάν αυτή η νόηση για την οποία μιλάει ο Αναξαγόρας είναι, κατά κάποιο τρόπο, όπως το ισχυρίζεται, ζωντανό ον, πρέπει να υπάρχει σ’ αυτό το ον μια εσωτερική αρχή που να δικαιολογεί τη χρήση του όρου ζωντανό; Αλλά τι υπάρχει πιο εσωτερικό από το πνεύμα; Θα πρέπει λοιπόν η νόηση αυτή να ενδυθεί ένα εξωτερικό σώμα. Αυτό δεν ταιριάζει καθόλου στον Αναξαγόρα, αλλά πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ένα καθαρό πνεύμα χωρίς την προσθήκη οποιουδήποτε οργάνου που να του επιτρέπει να δέχεται ερεθίσματα, είναι μια αντίληψη που ξεπερνάει την δύναμη της νόησης μας και την γνώση για την οποία είναι ικανή.
Ο Αλκμαίων από τον Κρότωνα αποδίδει θεϊκό χαρακτήρα στον ήλιο, στη σελήνη και στα άλλα αστέρια καθώς και στην ψυχή δεν αντιλαμβάνεται ότι έτσι αποδίδει αθανασία σε θνητά όντα.
 Ο Πυθαγόρας πίστευε ότι μέσα στη φύση περιλαμβανόταν μια ψυχή και κυκλοφορούσε σ’ αυτήν, ότι οι δικές μας οι ψυχές ήταν αποσπασμένα κομμάτια της. Δεν είχε αντιληφθεί λοιπόν ότι με αυτό τον τρόπο ο θεός είναι σχισμένος, κομματιασμένος, όταν οι ψυχές των ανθρώπους χωρίζονται από αυτόν. Και, όταν είναι δυστυχισμένες, που συμβαίνει για τις περισσότερες, πρέπει συνεπώς ένα μέρος του θεού να είναι βορά στη δυστυχία. Γιατί, από την άλλη μεριά, η ανθρώπινη ψυχή θα αγνοούσε ποια ήταν, εάν ήταν θεός; Πως τελικά ο θεός του Πυθαγόρα, εάν δεν ήταν παρά ψυχή, μπόρεσε να φυτρώσει ή να διαδοθεί στη φύση;
 Ο Ξενοφάνης, στη συνέχεια, θέλει σε όλα τα πράγματα, δηλαδή σε ένα άπειρο ον, να προσθέσει επιπλέον ένα πνεύμα και να κάνει από όλα ένα θεό. Κάνει στο θέμα του πνεύματος το ίδιο λάθος με τους άλλους, αλλά, σε ότι αφορά το άπειρο, κάνει σοβαρότερο λάθος επειδή δεν μπορεί να υπάρξει αίσθηση σε ένα άπειρο ον και τίποτα δεν μπορεί να έλθει να ενωθεί μ’ αυτό.
 Ο Παρμενίδης φαντάζεται δεν ξέρω τι που μοιάζει με στεφάνι (το ονομάζει στεφάνι) : ένας φωτεινός κύκλος που ζώνει τον ουρανό, να ο θεός του. Δεν μπορούμε να υποθέσουμε σ’ αυτό τον κύκλο μια θεία μορφή ούτε καμία αίσθηση. Υπάρχουν πολλές τερατώδεις φαντασίες σ’ αυτόν το φιλόσοφο: δίνει θεϊκό χαρακτήρα στον πόλεμο, στην αταξία, στην αχαλίνωτη επιθυμία και σε πολλές άλλες θεομηνίες που καταλύουν την αρρώστια, τον ύπνο, την λησμονιά, τον χρόνο. Βρίσκει επίσης κάτι θεϊκό στα άστρα. Δεν θα επαναλάβω τις αντιρρήσεις που προέβαλα εναντίον κάποιου άλλου γι’ αυτό το θέμα.
 Ο Εμπεδοκλής, που έχει πολλές λανθασμένες ιδέες, επιδεικνύει ιδιαίτερα αξιοθρήνητη αδυναμία όταν εκφράζει τις απόψεις του για τους θεούς. Παραδέχεται πράγματι την ύπαρξη τεσσάρων βασικών φύσεων ή αρχών από τις οποίες σχηματίζονται όλα τα πράγματα και κάνει από αυτά θεούς. Εντούτοις είναι φανερό ότι αυτά τα στοιχεία γεννιούνται και πεθαίνουν και στερούνται από κάθε αίσθηση.


 Ο Πρωταγόρας φαίνεται να μην έχει την παραμικρή υποψία για την φύση των θεών, επειδή διακηρύσσει ότι είναι ανίκανος να πει οτιδήποτε γι’ αυτούς που να αξίζει, να αποφασίσει εάν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν ή τι πράγμα είναι αυτοί.
 Να μιλήσουμε για τον Δημόκριτο; Περιλαμβάνει στον αριθμό των θεών τα είδωλα, που πιστεύει ότι περιπλανώνται θεϊκά στο χώρο, και επίσης τα όντα που διασπείρουν ή εκπέμπουν τα είδωλα αυτά και, επί πλέον, την ανθρώπινη γνώση και νόηση. Δεν πέφτει μ’ αυτά στο πιο μεγάλο λάθος; Στη συνέχεια αρνείται ότι θα μπορούσε να έχει τίποτα το άφθαρτο, επειδή κανένα πράγμα δεν παραμένει στην ίδια κατάσταση. Δεν καταργεί έτσι την θεότητα με ριζικό τρόπο, ενάντια σε όλες τις ιδέες που μπορούν να υπάρξουν γι’ αυτήν; Και επί πλέον;
 Ο αέρας είναι ο θεός που αναγνωρίζει ο Διογένης ο Απολλωνιάτης. Τι γνώμη μπορεί να έχει και ποια μορφή που να αρμόζει σε έναν θεό;
Θα χρειαζόταν μεγάλη συζήτηση εάν θέλαμε να δείξουμε πόσες διακυμάνσεις υπάρχουν στον Πλάτωνα. Στον Τίμαιο, διακηρύσσει ότι δεν μπορούμε να ορίσουμε με κανένα όνομα τον πατέρα αυτού του κόσμου και, στα βιβλία που πραγματεύεται τους Νόμους, έχει την άποψη ότι δεν πρέπει να ψάχνουμε να μάθουμε τι είναι Θεός. Όταν ισχυρίζεται ότι ο Θεός είναι χωρίς σώμα, ασώματος όπως λένε οι Έλληνες, είναι αδύνατο να αντιληφθούμε τι θέλει να πει. Κατ’ ανάγκη ένα ον χωρίς σώμα δεν θα μπορούσε να έχει ούτε αίσθηση ούτε πνεύμα συμπεριφοράς, δεν θα μπορούσε να δοκιμάσει ηδονή και όμως όλα αυτά περιλαμβάνονται στην ιδέα που έχουμε για τους θεούς. Ο ίδιος ο Πλάτων βεβαιώνει επίσης στον Τίμαιο και στους Νόμους ότι ο κόσμος είναι θεός και λέει το ίδιο για τον ουρανό, τα άστρα, τη γη, τις ψυχές και για τις θεότητες που εγκατέστησαν οι πρόγονοί μας. Βλέπουμε εύκολα ότι αυτές οι γνώμες, ψεύτικες από μόνες τους, είναι επιπλέον βίαια αντιφατικές.
 Ο Ξενοφών, λιγότερο άφθονος σε λόγια, πέφτει περίπου στα ίδια λάθη. Στα Απομνημονεύματά του, μας δείχνει τον Σωκράτη να δηλώνει, κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης, ότι δεν πρέπει να επιδιώκουμε να μάθουμε ποια είναι η μορφή του Θεού. Κάνει επίσης θεούς τον ήλιο και την ψυχή, πότε αναφέρεται σε μοναδικό Θεό, πότε σε πλειάδα θεών. Είναι σχεδόν τα ίδια λάθη που παρατήρησα στον Πλάτωνα.
Ο Αντισθένης, στο βιβλίο που του έδωσε τον τίτλο Φυσική, αντιτάσσοντας στους πολυάριθμους θεούς που αναγνωρίζουν τα έθνη ένα μοναδικό Θεό, αφαιρεί από την έννοια της θεότητας τη δύναμη και το περιεχόμενο της.
Ο Σπεύσιππος δεν προσπαθεί καθόλου λιγότερο να καταστρέψει στις ψυχές την γνώση των θεών, αυτός που, στη συνέχεια του θείου του Πλάτωνα, μιλά για μια συγκεκριμένη δύναμη που κυβερνά όλα τα πράγματα και την κάνει ζωντανό ον.
 Επίσης ο Αριστοτέλης, στο τρίτο του βιβλίο της Φιλοσοφίας, συγχέει πάρα πολλά πράγματα, δεν διαφέρει σ’ αυτό από το δάσκαλο του τον Πλάτωνα. Άλλοτε θεωρεί ότι η νόηση συγκεντρώνει στον εαυτό της όλα αυτά που μπορεί να έχει το θείο, άλλοτε λέει ότι ο ίδιος ο κόσμος είναι ένας θεός, αλλού τον υπάγει σε ένα ξεχωριστό ον που λειτουργεί για να κανονίζει και να διατηρεί την κίνηση του κόσμου με ένα είδος οπισθοδρομικής κίνησης, μετά θα πει ότι ο ουράνιος αιθέρας είναι θεός, σαν να αγνοούσε ότι ο ουρανός είναι μέρος του κόσμου αυτού στον οποίο έχει ήδη απονείμει αυτή την ιδιότητα. Πως άλλωστε, σε τόσο ταχεία κίνηση, ο ουρανός θα μπορούσε να διατηρήσει το βασικό αίσθημα της θεότητας; Και, αν ο ίδιος ο ουρανός είναι θεός, ποια κατοικία θα αποδώσουμε σε τόσους άλλους θεούς; Όταν ο Αριστοτέλης ισχυρίζεται ότι ένας θεός δεν έχει καθόλου σώμα, του αφαιρεί την αίσθηση και επίσης τη νόηση. Εξάλλου πως θα μπορούσε να κινείται εάν δεν έχει σώμα και πως, εάν βρίσκεται σε αέναη κίνηση, θα μπορούσε να είναι ήρεμος και ευτυχισμένος;
 Ο Ξενοκράτης, μαθητής του ίδιου δασκάλου, δεν είναι περισσότερο λογικός από αυτόν στο θέμα αυτό. Στα βιβλία του για τη φύση των θεών, δεν περιγράφει καμία θεϊκή μορφή, λέει, αντίθετα, ότι υπάρχουν οκτώ θεοί: οι πλανήτες κάνουν πέντε, όλα τα σταθερά άστρα κάνουν μόνο έναν, είναι τα διασκορπισμένα μέλη ενός μοναδικού όντος, ο ήλιος πρέπει να θεωρείται ως ο έβδομος, η σελήνη ως η όγδοη θεότητα. Κατά ποια έννοια οι θεοί αυτοί μπορούν να είναι ευτυχισμένοι, δεν μπορώ να το αντιληφθώ.
 Ο Ηρακλείδης από τον Πόντο, από την ίδια πλατωνική σχολή, έγραψε βιβλία γεμάτα με παιδαριώδεις ιστορίες : άλλοτε είναι ο κόσμος που είναι θεϊκός, άλλοτε είναι το πνεύμα. Αποδίδει επίσης θεϊκό χαρακτήρα στους πλανήτες, αφαιρεί από τον θεό του την αίσθηση και θέλει να είναι η μορφή του μεταβαλλόμενη. Τελικά, πάντα στο ίδιο έργο, κατατάσσει στον αριθμό των θεών τον ουρανό και τη γη.
 Ο Θεόφραστος δείχνει εξίσου ανυπόφορη ασυνέπεια. Άλλοτε αποδίδει στην νόηση την πρώτη σειρά ανάμεσα στα θεϊκά όντα, άλλοτε ο ουρανός είναι η υπέρτατη θεότητα, κατόπιν οι ζωδιακοί αστερισμοί και τα άστρα.
Ο μαθητής του ο Στράτων, αυτός που ονομάζουν φυσικό, δεν αξίζει να τον ακούσουμε. Πιστεύει ότι υπάρχει στη φύση μια θεϊκή δύναμη και πρέπει να δούμε σ’ αυτήν την αιτία των γενεών, της αύξησης και της μείωσης αλλά δεν υπάρχει σ’ αυτήν ούτε αίσθηση ούτε μορφή.
 Σε ότι αφορά τον Ζήνωνα –έρχομαι τώρα στους στωικούς σου, Μπάλμπο – αποδίδει στον φυσικό νόμο θεϊκό χαρακτήρα, κατέχει, σύμφωνα με αυτόν, τη δύναμη που κατευθύνει τις ορθές και απαγορευμένες πράξεις αυτές που είναι αντίθετες προς την ορθότητα. Πως μπορεί να κάνει αυτό το νόμο ζωντανό ον, είναι κάτι που δεν το αντιλαμβάνομαι, και εντούτοις πρέπει ένας θεός να είναι ζωντανός για να ικανοποιηθούμε. Αλλού θέλει τον αιθέρα να είναι θεός : μπορούμε να αντιληφθούμε θεό στερημένο από αίσθηση, που ποτέ δεν μας προσφέρεται στις προσευχές μας, στις επιθυμίες μας, στις ευχές μας. Σε άλλα έργα, ο Ζήνων θεωρεί ότι ένα συγκεκριμένο λογικό στο οποίο συμμετέχει όλη η φύση έχει θεϊκό χαρακτήρα. Απλώνει αυτόν τον χαρακτήρα στα άστρα, στα έτη, στους μήνες, στις εποχές. Όταν ερμηνεύει την θεογονία του Ησίοδου, υπονομεύει όλες τις διαδεδομένες και κοινά αποδεκτές έννοιες που αφορούν τους θεούς, επειδή δεν περιλαμβάνει μεταξύ τους ούτε τον Δία, ούτε την Ήρα, ούτε την Εστία, ούτε οποιοδήποτε άλλο ον το οποίο θα είχε δικό του όνομα : σε άψυχα και άφωνα πράγματα, σύμφωνα με αυτόν, δίνουμε αυτά τα ονόματα που η έννοιά τους είναι συμβολική.
 Ο Αρίστων, μαθητής του Ζήνωνα, δεν χάνεται λιγότερο όταν υποστηρίζει ότι δεν αντιλαμβανόμαστε ποια μπορεί να είναι η μορφή του θεού, διακηρύσσει ότι οι θεοί δεν αισθάνονται και αναρωτιέται εάν ένας θεός είναι ή δεν είναι ζωντανό ον.
Ο Κλεάνθης, μαθητής επίσης του Ζήνωνα, λέει άλλοτε ότι ο κόσμος ο ίδιος είναι Θεός, και άλλοτε δίνει αυτό το όνομα στη νόηση και στην ψυχή με την οποία την προικίζει η φύση, ή ακόμα το υπέρτατο πυρ, που κείται ψηλότερα από τα πάντα, που γυρίζει γύρο από τον κόσμο, καλύπτει, ζώνει, αγκαλιάζει όλα τα πράγματα και που το ονομάζει αιθέρα είναι, σύμφωνα με αυτόν, ο κατ’ εξοχήν θεός. Αυτός ο ίδιος φιλόσοφος, σαν να βρίσκεται σε παραλήρημα, στα βιβλία που έχει γράψει κατά της ηδονής, φαντάζεται κάποτε μια μορφή, μια εξωτερική εμφάνιση που την δανείζει στους θεούς, κάποτε αποδίδει την θεότητα στα άστρα, κάποτε επίσης κρίνει ότι η λογική είναι αυτό που είναι το πιο θεϊκό. Συμπερασματικά, ένας θεός όπως αυτός που το πνεύμα μας γνωρίζει και που η έννοια του αποθηκεύεται στην ψυχή σαν εικόνα αποτυπωμένη σε αυτήν δεν εμφανίζεται πουθενά.
 Ο Περσέας, ακόμα ένας φιλόσοφος μαθητής του Ζήνωνα, λέει ότι έχουμε θεωρήσει θεούς τους ανθρώπους που οι εφευρέσεις τους έκαναν τη ζωή ευκολότερη, και στα πράγματα ακόμα που είναι χρήσιμα ή ευεργετικά αποδίδονται ονόματα θεοτήτων. Δεν λέει ότι τα οφείλουμε σε θεούς που είναι οι δημιουργοί τους, είναι τα πράγματα που είναι θεϊκά από μόνα τους. Τι ποιο παράλογο από το να αποδίδουμε θεϊκές τιμές σε τιποτένια και άσχημα πράγματα ή να προσμετράμε στους θεούς ανθρώπους που έχουν πεθάνει: η λατρεία των θεών θα γινόταν έτσι επικήδεια τελετή;
 Να τώρα ο Χρύσιππος που θεωρείται ο πλέον ευφυής ερμηνευτής των στωικών ονειροπολήσεων: συναθροίζει μεγάλη στρατιά αγνώστων θεών, τόσο αγνώστων που δεν μπορούμε ούτε να τους παραστήσουμε με εικασία παρά την ικανότητα που έχει το πνεύμα μας να σχηματίζει κάθε είδους εικόνες. Λέει ότι δύναμη θεϊκή περιέχεται στο λογικό, στην ψυχή και στη νόηση όλης της φύσης, λέει επίσης ότι αυτός ο ίδιος ο κόσμος είναι θεός που η ψυχή του γυρίζει παντού και άλλοτε ότι ο θεός του είναι το ηγεμονικό μέρος αυτής της ψυχής, αυτής που συνίσταται από νόηση και λογικό, από όπου ενεργεί όλη η φύση και που κάνει να επιβιώνουν τα πάντα, άλλοτε είναι κάποια ειμαρμένη που απλώνει το βασίλειο της στα πράγματα και αλυσοδένει το μέλλον. Είναι επίσης το πυρ και αυτός ο αιθέρας που σας μίλησα πρωτύτερα, είναι τα στοιχεία των οποίων είναι η πηγή και που πηγάζουν φυσικά από αυτό : το νερό, η γη και ο αέρας, είναι ο ήλιος, η σελήνη τα άστρα και, γενικά, το σύνολο των όντων που υπάρχουν, τέλος είναι οι άνθρωποι που έχουν αποκτήσει την αθανασία. Ο Χρύσιππος προσπαθεί να αποδείξει ότι ο θεός που ονομάζουμε Δία είναι ο αιθέρας, ότι ο Ποσειδώνας είναι ο αέρας που φυσά πάνω από τις θάλασσες, ότι η Κέρες ( η Δήμητρα) είναι η γη και χρησιμοποιεί σταθερά την ίδια μέθοδο για τους άλλους θεούς. Λέει επίσης ότι ο Δίας είναι η δύναμη με την οποία επιβάλλεται ο αναλλοίωτος νόμος, ο αιώνιος, που ρυθμίζει τη ζωή, αναθέτοντας στον καθένα την υπηρεσία του και την κάνει ανελαστική αναγκαιότητα απ’ όπου η συνέπεια αυτή ότι υπάρχει μια αλήθεια πάντοτε παρούσα για τα μελλούμενα, δεν υπάρχει τίποτα που θα μπορούσαμε να το πούμε θεϊκό σε όλες αυτές τις αρμοδιότητες. Όλα αυτά βρίσκονται στο πρώτο βιβλίο του Χρύσιππου για τη φύση των θεών, στο δεύτερο ισχυρίζεται ότι προσαρμόζει τα μυθώδη ρητά του Ορφέα, το Ησίοδου, του Όμηρου με τρόπο που οι πιο αρχαίοι ποιητές, που δεν είχαν ποτέ την παραμικρή υποψία των θεωριών αυτών, να έχουν μεταβληθεί σε στωικούς.
 Ο Διογένης από την Βαβυλώνα, ακολουθώντας αυτό το παράδειγμα, θέλησε, στο βιβλίο που του έδωσε τον τίτλο Μινέρβα, να την ξεγυμνώσει από τον μυθικό χαρακτήρα της και να ερμηνεύσει επιστημονικά τη δημιουργία αυτής της θεάς από τον Δία και τη γέννηση αυτής της παρθένας".

ΚΙΚΕΡΩΝ - Για τη φύση των θεών De natura deorum, μετάφραση Λεωνίδας Α.Αλεξανδρίδης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου