Translate

Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2021

ΛΟΡΔΟΣ ΒΥΡΩΝΑΣ: "ΟΙ ΈΛΛΗΝΕΣ ΕΙΝΑΙ ΙΣΩΣ Ο ΠΙΟ ΔΙΕΦΘΑΡΜΈΝΟΣ ΚΑΙ ΕΚΦΥΛΙΣΜΕΝΟΣ ΛΑΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ". Α' ΜΕΡΟΣ


"Η περίπτωση του λόρδου Βύρωνα είναι μία άλλη απόδειξη της ομα­δικής παράνοιας που χαρακτήριζε και χαρακτηρίζει ακόμη τους Νεοέλληνες από την Επανάσταση μέχρι τις ημέρες μας. Πρόκειται για μια ομαδική αυθυποβολή σε ό,τι εκάστοτε “γυαλίζει”, που το λατρεύουν, το μυθοποιούν, το αναγάγουν σε ένα είδος φετίχ και το προσκυνούν.
Δεν χρειάστηκαν να περάσουν περισσότερο από τρεις μήνες και δέ­κα ημέρες παραμονής του Βύρωνα στο Μεσολόγγι, για να δημιουργηθεί ο αστερισμός του
Όσο, όμως, και αν έψαξα δεν μπόρεσα να βρω, γιατί ο Άγγλος αυτός ευπατρίδης που ήρθε στην Ελλάδα και έμεινε μόνο τρεις μήνες, ηρωοποιήθηκε και μυθοποιήθηκε τόσο πο­λύ, ώστε να θεωρείται ως ένας από τους εθνικούς μας ήρωες, του οποίου την (ανύπαρκτη) δράση διδασκόμαστε από την πρώτη Δημο­τικού, του έχουμε στήσει παντού προτομές και αφιερώσει πλατείες και δρόμους στο όνομά του!
Ο Άγγλος λόρδος, δεν πέθανε μαχόμενος για την ελευθερία των Ελλήνων.
Απλώς πέθανε, όπως τόσος κό­σμος καθημερινά, από αρρώστια, κάποιος μάλιστα γιατρός, είπε, ότι πέθανε από σύφιλη.
Δεν τραυματίστηκε, ούτε καν συμμετείχε σε κά­ποια μάχη με τους Τούρκους, δεν εμπόδισε έστω κάποια εθνική κα­ταστροφή, ούτε ουσιαστικά βοήθησε τον αγώνα με κάποιον άλλο τρόπο.
Εκτός αν θεωρηθεί βοήθεια προς το αγωνιζόμενο έθνος, ότι δάνεισε στον Μαυροκορδάτο, με τόκο, τέσσερεις χιλιάδες λίρες, που ο τελευταίος χρησιμοποίησε στο εμφύλιο πόλεμο, για να καταστείλει την “ανταρσία” του Μοριά.
Ίσως μία πιθα­νή εξήγηση του φαινομένου αυτού -και μου φαίνεται εύλογη- είναι, πρώτον, γιατί ο Βύρωνας ήταν ο μοναδικός λόρδος που ήρθε στην επαναστατημένη Ελλάδα, δεύτερον γιατί ήταν πολύ πλούσιος και εί­χε μαζί του πολλά λεφτά, τρίτον γιατί ήταν ποιητής γνωστός στην Ευ­ρώπη, και τέταρτον γιατί πέθανε στην Ελλάδα ακριβώς τον καιρό του ξεσηκωμού.
Το τελευταίο γεγονός φαίνεται ότι επηρέασε περισ­σότερο από όλα τα άλλα, με δεδομένο ότι την εποχή εκείνη κυριαρχούσε στην Ευρώπη, ένα κλίμα φιλελληνισμού και μίας γενικότερης συμπάθειας για τους επαναστατημένους Έλληνες
Όλες πάντως οι περιγραφές που δίδονται γι’ αυτόν συμφωνούν στο ότι επρόκειτο για έναν κακομαθημένο, εγωιστή, επιπόλαιο, ευφάνταστο, μεγαλομανή, πεισματάρη, αλκοολικό και εκκεντρικό αριστο­κράτη, που κάθε του πράξη χαρακτηριζόταν από μία ιδιόρυθμη αντισυμβατικότητα και αντίθεση προς τα καθιερωμένα πρότυπα.
Κυριο­λεκτικά τυχοδιώκτης, ζούσε, χάρις στον μεγάλο του πλούτο, μεταξύ σκανδάλων, ανίας, επαναστατικών εξάρσεων και ρομαντικών παρορμήσεων. Όταν ήρθε στην 'Ελλά­δα, ήταν μόλις 35 χρόνων, αλλά πολύ άρρωστος. Υπέφερε από το συ­κώτι του, γιατί έπινε πολύ.
Ήταν διαβασμένος, αλλά απόβλητος της κοινωνικής του τάξης. Εγκατέλειψε την Αγγλία το 1816 και ταξίδεψε σε πολλά μέρη, για να καταλήξει τελικά, και να πεθάνει, στο Μεσολόγγι.
Τον Ιούλιο του 1823 φεύγει για την Ελλάδα, από τη Γένοβα της Ιταλίας, με το μπρίκι Ηρακλής. Μπρίκι ονόμαζαν τότε το πολεμικό ιστιοφόρο, που είχε δύο κατάρτια και πυροβόλα.
Έχει μαζί του δυο κάσες με δέκα χιλιάδες ισπανικά τάλαρα και σαράντα χιλιά­δες σε συναλλαγματικές, στρατιωτικές στολές, δύο κανόνια και οκτώ υπηρέτες.
Φθάνει μετά από είκοσι ημερών ταξίδι στην Κεφαλονιά, όπου παρέμεινε έξι μήνες.
Παντού διαδόθηκε ότι φέρνει “μιλιούνια” τις λίρες και οι πάντες -πλην του Κολοκοτρώνη- σπεύ­δουν να επωφεληθούν και κάποιοι άλλοι δεν ξεχνούν να του τά­ζουν “άφθονες παρθένες, αμέτρητες σαν τα βατόμουρα”.
Έρχεται στην Ελλάδα, με τη ματαιοδοξία και τη φιλοδοξία να γίνει βασιλιάς της, ή πρόεδρος της Δημοκρατίας, ή το λιγότερο στρατηγός.
Είχε εξομολογηθεί στους φίλους του ότι, εάν οι Έλληνες, μετά την απε­λευθέρωσή τους, του πρότειναν τον θρόνο της Ελλάδος, δεν θα τον αρνιόταν.
Έχει κιόλας προμηθευθεί από τους ράφτες της Γένοβας πολύχρωμες, -πράσινες, χρυσές, πορφυρές- στρατιωτικές στολές, στολισμένες με μαλαματένια και ασημένια σιρίτια, πλούσιες επωμίδες και πολεμικά καπέλα.
Είχε τρεις περικεφαλαίες χρυσοποί­κιλτες και δέκα σπαθιά. Όταν έβγαινε περίπατο, τον συνόδευαν εννιά υπηρέτες με πέντε άλογα και τον ακολουθούσε ένας μαύρος Αιθίοπας, ως θαλαμηπόλος.
Απ’ ό,τι φαίνεται, για τους Έλληνες δεν έτρεφε και τα καλύτερα των αισθημάτων. Μάλλον φιλότουρκος ήταν, παρά φιλέλληνας.
«Οι Έλληνες», έγραψε σε φίλο του, «είναι ίσως ο πιο διεφθαρμένος, ο πιο εκφυλισμένος λαός του κόσμου. Με την επανάστασή τους απο­κάλυψαν τον πραγματικό τους χαρακτήρα. Είναι η πιο ματαιόδοξη και η πιο ανειλικρινής φυλή της γης, μία χημική ένωση από όλα τα ελαττώματα των προγόνων τους. Σε αυτά πρέπει να προσθέσεις και τα ελαττώματα των Τούρκων και των Εβραίων. Και όλα αυτά ανακα­τεμένα σε ένα τσουκάλι δουλείας».
Σε μία επίσκεψή του στην Ιθάκη το καλοκαίρι του 1823 έλεγε σε έναν συμπατριώτη του:
«Συμφωνώ με την γνώμη του Αποστόλου Παύλου ότι δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε Έλληνες και Εβραί­ους».
Σε κάποιον άλλο είχε πεί:
«Μ’ αρέσουν οι Έλληνες. Είναι γοητευ­τικοί κατεργαρέοι με όλα τα ελαττώματα των Τούρκων, αλλά χωρίς το θάρρος τους. Μου αρέσει η υπόθεση της ελευθερίας του ελληνικού έθνους, μόνο που περιφρονώ τη σημερινή φυλή των Ελλήνων. Τους λυπάμαι, αλλά δεν πιστεύω πως είναι καλύτεροι από τους Τούρκους. Πιστεύω μάλιστα ότι σε πολλά τους ξεπερνούν οι Τούρκοι».
Ένας συγγενής του γράφει:
«Ο λόρδος Μπάιρον ούτε έδειξε ού­τε ένιωσε ποτέ μεγάλο ενθουσιασμό για τους Έλληνες. Ήταν έτοι­μος να θυσιάσει χρήματα, ασχολίες και απολαύσεις στον βωμό της ελευθερίας, αλλά σ’ αυτό μπορεί κανείς να διακρίνει δίψα για δύνα­μη και δόξα και όχι προσήλωση στις αρχές της ελευθερίας».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ..


Απόσπασμα από το βιβλίο του Θεόδωρος Δημοσθ. Παναγόπουλος, Τα Ψιλά Γράμματα Της Ιστορίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου