Translate

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Όταν οι κορινθιακοί κίονες βρέθηκαν από την Ισπανία ως την Συρία


O σπουδαίος γάλλος ιστορικός, ομότιμος καθηγητής του College de France, μας δίνει ένα συναρπαστικό αφήγημα για τη συγκρότηση της Ελληνορωμαϊκής Αυτοκρατορίας εν μέσω της διατήρησης της «εθνικότητας» και των ποικίλων τοπικοτήτων. Μέχρι την πτώση...

Το κεντρικό και πλέον ενδιαφέρον ερώτημα αυτού του βιβλίου είναι το εάν και κατά πόσον, πέραν του γενικά αποδεκτού όρου  «Ελληνορωμαϊκός Πολιτισμός», μπορούμε να μιλάμε και για «Ελληνορωμαϊκή Αυτοκρατορία». Η απάντηση είναι ευθύς αμέσως θετική, κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία για το ξετύλιγμα της αφήγησης. Συνήθως μνημονεύουμε τον διάσημο στίχο του Οράτιου: «Η κατακτημένη Ελλάδα κατέκτησε τον άγριο νικητή της και έφερε τις τέχνες στους αγροίκους Λατίνους», με άλλα λόγια ισχυριζόμαστε ότι οι Ρωμαίοι ήταν ένας λαός που υιοθέτησε τον πολιτισμό ενός άλλου.

Ο Πολ Βεν πάει όμως μακρύτερα. Υπερβαίνει τις πολιτισμικές επιρροές και επιχειρηματολογεί, υπέρ ενός Ιμπέριουμ με μεικτά  χαρακτηρικστικά, για να το πούμε με σύγχρονους όρους, υπέρ μιας σύντηξης των δύο πολιτισμών αλλά και των περίπου τριάντα εθνικών ταυτοτήτων που συγκροτούσαν την Αυτοκρατορία από τα Βρετανικά νησιά ώς τον Ευφράτη κι από τον Δούναβη ώς τη Σαχάρα που δικαιούται - με πολιτικούς όρους - να ονομασθεί «Ελληνορωμαϊκό». Ελληνορωμαϊκή Αυτοκρατορία, λοιπόν. Σε μια έκταση πέντε εκατομμυρίων τετραγωνικών χιλιομέτρων ή, ας πούμε, σαράντα σημερινές Ελλάδες, έχουμε δύο κυρίαρχες κοινές γλώσσες: τη λατινική στο δυτικό ήμισυ και την ελληνική στο ανατολικό.

Ωστόσο το όντως ενδιαφέρον είναι ότι ο υλικός και πνευματικός πολιτισμός της Ρώμης είναι  αποτέλεσμα μιας διαδικασίας αφομοίωσης του ελληνικού, που βεβαίως είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα από την ρωμαϊκή κατάκτηση. Ας θυμηθούμε λ.χ. τις ελληνικές αποικίες στην Κάτω Ιταλία κι ώς το Γιβραλτάρ ήδη από τον 7ο π.Χ. αιώνα, αλλά και το εμπόριο και τις πάσης φύσεως ανταλλαγές σε όλη τη μεσογειακή λεκάνη από την εποχή των Φοινίκων κι ακόμη παλαιότερα στους ιστορικούς χρόνους.

Το ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι η Ρώμη, έχοντας αφομοιώσει ταχύτατα τις παραμέτρους αυτού του πολιτισμού, από πλείστα όσα στοιχεία σχετιζόμενα με τη θρησκευτική λατρεία ώς τις τέχνες και ποικίλες εκφάνσεις της καθημερινότητας, τα διαδίδουν άκοπα ώς τις δυτικές εσχατιές της Αυτοκρατορίας, αλλά και στις αφρικανικές κτήσεις κατά τους δύο τελευταίους προχριστιανικούς αιώνες. Ο Σοφοκλής διδάσκεται στη Γαλατία και κορινθιακοί κίονες θα βρεθούν παντού στην κατακτημένη Ισπανία αλλά και στην Παλμύρα και την Πέτρα της Συρίας. Στα περίφημα ρωμαϊκά θέατρα της Μέσης Ανατολής ψυχαγωγούνταν δίπλα δίπλα ρωμαίοι πατρίκιοι και Εβραίοι ζηλωτές, ενώ παντού διδάσκεται η φιλοσοφία και η ρητορική. Λέει χαρακτηριστικά ο Βεν ήδη στην εισαγωγή του: «Η λατινική Δύση ήταν ελληνική ακριβώς όπως η σύγχρονη Ιαπωνία είναι δυτική χώρα με ανθρώπινα δικαιώματα, δημοκρατία, υπολογιστές, βραβεία Νομπέλ, διεθνή τέχνη και Ενάτη Συμφωνία».

Με αυτή την κεντρική υπόθεση εργασίας ο γάλλος ιστορικός ασχολείται με μια σειρά ζητήματα, ανακαλώντας συχνά την ανανέωση της ιστορικής θεματικής και μεθοδολογίας που εισήγαγε πριν από αρκετές δεκαετίες η Σχολή των Annales και στην οποία συνέβαλλε επαναστατικοποιώντας την και ο φίλος και μέντοράς του Μισέλ Φουκό: Ταξική διαστρωμάτωση και εξουσία, ταφικές τελετές, θρησκευτικές πρακτικές ως επικράτηση του νόμου της πλειοψηφίας, λειτουργία της αγοράς, βαθμός πολιτικοποίησης του λαού, μονομαχίες ή άρτος και θεάματα, έρωτας και καθημερινότητα, λειτουργία του αυτοκρατορικού θεσμού και υιοθέτηση της μοναρχικής μεγαλοπρέπειας ως προπαγάνδας. Κυρίως όμως τίθεται το ζήτημα της υιοθέτησης της ιδιότητας του ρωμαίου πολίτη με ταυτόχρονη διατήρηση της εθνικής ταυτότητας, όπως στην περίπτωση ελλήνων ιστορικών και φιλοσόφων σαν τον Πλούταρχο, που συμβίβαζαν  - όχι άκοπα είναι η αλήθεια - τις δύο αυτές ταυτότητες, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις η επίκληση ενός εξιδανικευμένου ένδοξου παρελθόντος καλούσε τον λαό σε εξέγερση κατά της Ρώμης.

Ταυτόχρονα ο Βεν θέτει μια σειρά έκκεντρων ερωτημάτων που φωτίζουν την καθημερινότητα της Αυτοκρατορίας. Σε δύο εκτεταμένα κεφάλαια αναλύεται το ιστορικό παράδοξο της Παλμύρας - μιας εντυπωσιακής πόλης στη συριακή έρημο όπου ομιλούνταν τα αραμαϊκά - ως συμπύκνωσης και ιστορικού σταυροδρομιού της ρωμαϊκότητας, της ελληνικότητας αλλά και στοιχείων από τη Βαβυλώνα, την Περσία και τους αυτόχθονες νομαδικούς πληθυσμούς. Η βασίλισσα της Παλμύρας Ζηνοβία έφτασε μάλιστα να εξεγερθεί κατά της Ρώμης, διεκδικώντας κάτι περισσότερο από την απλή απόσχισή της.

Η τέχνη του ελληνορωμαϊκού παγανισμού απασχολεί ιδιαίτερα τον Πολ Βεν και ιδιαίτερα το ερώτημα τού κατά πόσον το τέλος της ήρθε ως συνέπεια φορμαλιστικών/ μανιεριστικών αναζητήσεων ή ως κατατρόπωση των αισθητικών και φιλοσοφικών παραδοχών του αρχαίου κόσμου με την επικράτηση του χριστιανισμού.


H κατάρρευση της Αυτοκρατορίας, ειδικά μάλιστα με τη διείσδυση των γερμανικών φύλων, αποτελεί προνομιακό πεδίο του Βεν που αναζητά τους σπόρους της πτώσης όχι σε ένα αιφνίδιο εκβαρβαρισμό αλλά στη σταδιακή ενσωμάτωση τόσων και τόσων ετερόκλητων φυλών, την εθελούσια σύναψη συμμαχιών μαζί τους, την εκχώρηση καλλιεργητικών δικαιωμάτων και την απονομή τίτλων και προνομίων στους ηγέτες τους, γεγονότα  που ροκάνισαν σταδιακά τα θεμέλιά της και άνοιξαν τον δρόμο στους εισβολείς Βησιγότθους, Βανδάλους κ.λπ.

πηγή: Τα Νέα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου