Translate

Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2020

Η Πανδώρα ή η επινόηση της γυναίκας

Βεβαίως, οι άνθρωποι διαθέτουν πια τον πολιτισμό, ο Προμη­θέας τούς πρόσφερε όλες τις τεχνικές. Προτού παρέμβει, ζούσαν σαν τα μυρμήγκια μέσα στις σπηλιές, κοίταζαν χωρίς να βλέπουν, άκουγαν χωρίς να εννοούν, ήταν ένα τίποτα και στη συνέχεια έγιναν, χάρη ο αυτόν, πλάσματα πολιτισμένα, διαφορετικά από τα ζώα και διαφορετικά από τους θεούς. Ο αγώ­νας, όμως, ανάμεσα στο Δία και στον Προμηθέα για τα πρω­τεία της πανουργίας δεν έχει λήξει ακόμα. Ο Δίας έκρυψε τη φωτιά, ο Προμηθέας την έκλεψε ο Δίας έκρυψε το σιτάρι, οι άνθρωποι μοχθούν για να βγάλουν το ψωμί τους.
Ο Δίας όμως δεν είναι ακόμα ικανοποιημένος, θεωρεί ότι η ήττα του αντι­πάλου του δεν είναι ολοκληρωτική. Ξεκαρδισμένος στα γέλια, όπως συνηθίζει και του αρέσει, ο Δίας τούς ετοιμάζει μια και­νούρια απογοήτευση.
Ο Δίας καλεί τον Ήφαιστο, την Αθηνά, την Αφροδίτη και κάποιες άλλες, ελάσσονες θεότητες, τις Ώρες. Διατάζει τον Ήφαιστο να πλάσει πηλό και να κατασκευάσει ένα ομοίωμα με μορφή παρθένου, με μορφή γυναίκας, ή μάλλον κοπέλας για την ακρίβεια, έτοιμης για γάμο, που δεν έχει όμως ακό­μα παντρευτεί και, κυρίως, δεν έχει ακόμα τεκνοποιήσει. 
Κά­θεται λοιπόν ο Ήφαιστος και πλάθει ένα ομοίωμα, ένα ά­γαλμα, με τα χαριτωμένα χαρακτηριστικά μιας όμορφης παρ­θένου. Σειρά έχει ο Ερμής, ο οποίος τής δίνει ζωή και της χα­ρίζει τη δύναμη και τη φωνή των ανθρώπων, όπως επίσης και κάποια άλλα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, στα οποία θα ανα­φερθούμε στη συνέχεια. Ο Δίας ζητά από την Αθηνά και την Αφροδίτη να την ντύσουν, να τονίσουν την ομορφιά της με τα μπιχλιμπίδια που ταιριάζουν στο γυναικείο κορμί, στολίδια, κοσμήματα, στηθόδεσμους, στεφάνια. Η Αθηνά τής χαρίζει ένα φόρεμα υπέροχο, αστραφτερό, λαμπερό, γυαλιστερό σαν το λευκό ξίγκι που μέσα του ήταν τυλιγμένα τα κόκαλα στην πρώτη ενότητα της αφήγησής μας. Η νεαρή παρθένος αστραποβολά. Ο Ήφαιστος της φοράει στο κεφάλι ένα διάδημα, από το οποίο κρέμεται ένα γαμήλιο πέπλο. Το διάδημα αυτό κο­σμείται με μια παράσταση από το ζωικό κόσμο, όπου εικονίζονται όλα τα ζωντανά της γης, πουλιά, ψάρια, τίγρεις, λιο­ντάρια. Η ζωτικότητα όλων αυτών των ζώων ακτινοβολεί στο μέτωπο της κοπέλας. Είναι εκθαμβωτική, θαύμα ιδέσθαι, ένα θαύμα που όποιος το δει μένει ενεός και τρελαίνεται από έρωτα.
Η πρώτη γυναίκα στέκεται λοιπόν μπροστά στους συγκε­ντρωμένους θεούς και ανθρώπους. Είναι ένα κατασκευασμέ­νο ομοίωμα, όχι όμως κατ’ εικόνα της γυναίκας, η οποία δεν υπάρχει. Είναι η πρώτη γυναίκα, το αρχέτυπο της γυναίκας. Το θηλυκό στοιχείο υπήρχε, εφόσον υπήρχαν οι θεές. Το θη­λυκό αυτό πλάσμα έχει πάρει τη μορφή μιας παρθένου, κατ’ εικόνα των αθάνατων θεαινών. Οι θεοί φτιάχνουν ένα πλάσμα από χώμα και νερό και του δίνουν τη δύναμη του ανθρώπου, το σθένος, τη φωνή του ανθρώπου. Ο Ερμής τής βάζει όμως στο στόμα και λόγια απατηλά, την προικίζει με μυαλό αισχρό και χαρακτήρα κλέφτρας. Το ομοίωμα αυτό είναι η πρώτη γυναίκα, από αυτήν εκπορεύεται «το φύλο των γυναικών» και παρουσιάζεται, όπως οι μερίδες της θυσίας και ο μάραθος, με απατηλό περίβλημα. Όποιος την αντικρίζει μαγεύεται, η όψη της είναι θεϊκή. Ο Ησίοδος το λέει καθαρά, όποιος την αντι­κρίζει θαμπώνεται. Η ομορφιά της, την οποία τονίζουν τα κοσμήματα, το διάδημα, το φόρεμα και το πέπλο, είναι ένα χάρμα. Από πάνω της ξεχύνεται η χάρις, μια γοητεία χωρίς όρια, μια λάμψη που αναδίδεται και σκλαβώνει όποιον τη βλέ­πει. Η χάρις της δεν έχει όρια, είναι πολλαπλή, πολλή χάρις. Με τη χάρη της σαγηνεύει ανθρώπους και θεούς. 
Από μέσα όμως κρύβονται άλλα πράγματα. Με τη φωνή που διαθέτει, θα γίνει η σύντροφος του άντρα, θα γίνει το ανθρώπινο ομοίωμά του. Θα κουβεντιάζουν παρέα. Η γυναίκα αυτή όμως διαθέτει το χάρισμα του λόγου όχι για να λέει την αλήθεια και να εκ­φράζει τα αισθήματά της, αλλά για να λέει ψέματα και να συ­γκαλύπτει τα συναισθήματά της. 
Από τη σπορά της Νύχτας εκπορεύονται φυσικά όλα τα κακά, ο θάνατος, οι σφαγές, οι Ερινύες, αλλά και κάποιες οντό­τητες που θα μπορούσαμε να τις ονομάσουμε «ψεύδη ή εξαπάτες» και «ερωτική ένωση ή τρυφερότητα». Την Αφροδίτη όμως συνοδεύουν από τη γέννησή της τα απατηλά λόγια και η ερωτική έλξη. Το βαθύ σκοτάδι και το ολόλαμπρο φως, η απαστράπτουσα ευτυχία και η ζοφερή πάλη συναντιούνται στα ψεύδη αυτά, στην ερωτική αυτή σαγήνη. Ιδού λοιπόν η Πανδώρα, ολοφώτεινη σαν την Αφροδίτη και όμοια με τα τέκνα της Νυκτός, όλο ψέματα και νάζια. 
Ο Δίας δημιουργεί την παρ­θένο αυτή μόνο για τους θνητούς και όχι για τους θεούς. Με τον ίδιο τρόπο που ξεφορτώθηκε την έριδα και τη βία στέλνοντάς τες στους θνητούς, ο Δίας προορίζει επίσης γι’ αυτούς αυτό το θηλυκό πρόσωπο. Ο Προμηθέας ηττάται για άλλη μια φορά. Καταλαβαίνει αμέσως ότι το κακόμοιρο το ανθρώπινο γένος, που προσπά­θησε να προστατέψει, δεν πρόκειται να τη γλιτώσει. Όπως δη­λώνει το όνομά του, Προμηθέας είναι αυτός που αντιλαμβά­νεται εκ των προτέρων, που προβλέπει, ενώ ο αδελφός του, ο Επιμηθέας, είναι αυτός που αντιλαμβάνεται εκ των υστέρων, επί, πολύ αργά, αυτός που τον εξαπατούν και απογοητεύεται, που δεν προβλέπει τις εξελίξεις. 
Ενώ η δική μας φύση, των υπόλοιπων θνητών, είναι προμηθεϊκή και επιμηθεϊκή συγχρό­νως, προβλέπουμε, κάνουμε σχέδια και, πολύ συχνά, τα πράγ­ματα εξελίσσονται διαφορετικά από ό,τι περιμέναμε, σαστί­ζουμε και νιώθουμε ανυπεράσπιστοι. 
Ο Προμηθέας καταλα­βαίνει λοιπόν τι πρόκειται να συμβεί και προειδοποιεί τον αδελφό του και του λέει: «Άκουσέ με, Επιμηθέα, αν σου στείλουν ποτέ οι θεοί ένα δώρο, να μην το δεχτείς ό,τι και να γίνει, και να το στείλεις πίσω από εκεί που ήρθε». Ο Επιμηθέας, φυ­σικά, ορκίζεται ότι δεν πρόκειται να τον πιάσουν κορόιδο. Να, όμως, που οι θεοί μαζεύονται και του στέλνουν το πιο γοητευ­τικό πλάσμα του κόσμου. Ιδού μπροστά του η Πανδώρα, το δώρο των θεών στους ανθρώπους. Του χτυπάει την πόρτα και ο Επιμηθέας, μαγεμένος, θαμπωμένος, της ανοίγει και τη βάζει στο σπιτικό του. Την επομένη την παντρεύεται και η Πανδώ­ρα εγκαθίσταται ανάμεσα στους ανθρώπους, ως σύζυγός του. 
Είναι η αρχή όλων των κακών.
Τώρα η ανθρωπότητα είναι διγενής, δεν περιλαμβάνει πια μόνο αρσενικά. Αποτελείται από δύο διαφορετικά γένη, απα­ραίτητα και τα δύο για την ανθρώπινη αναπαραγωγή. Από τη στιγμή που οι θεοί δημιούργησαν τη γυναίκα, οι άνθρωποι δεν είναι πλέον αυτοφυείς, γεννιούνται από τις γυναίκες. Για να αναπαραχθούν, οι θνητοί ζευγαρώνουν. Και αυτό αλλάζει ρι­ζικά τη ροή του χρόνου. 
Γιατί, σύμφωνα με τους ελληνικούς μύθους, η Πανδώρα έχει καρδιά απαίσια και χαρακτήρα κλέφτρας; Η εξήγηση βρίσκε­ται στα δύο πρώτα μέρη της ιστορίας. 
Οι άνθρωποι δεν έχουν πια στη διάθεσή τους το σιτάρι και τη φωτιά όπως στο παρελ­θόν, όπως τους τα παρείχε η φύση, μονίμως και χωρίς προσπά­θεια. Ο μόχθος αποτελεί στο εξής συστατικό της ύπαρξής τους οι άνθρωποι ζουν μια ζωή δύσκολη, μίζερη, προσωρινή. Είναι αναγκασμένοι να ζουν συνέχεια στερημένοι. Ο αγρότης πεθαί­νει στην κούραση στο χωράφι του και η σοδειά του είναι μη­δαμινή. Οι άνθρωποι δεν έχουν πια στη διάθεσή τους κανένα αγαθό σε επάρκεια πρέπει λοιπόν να είναι οικονόμοι, φρόνι­μοι και να μην καταναλώνουν περισσότερα από τα αναγκαία. 
Ετούτη εδώ όμως, η Πανδώρα, όπως και όλο το γένος, όλο το «φύλο» των θηλυκών γυναικών που εκπορεύεται από αυτή, είναι μονίμως ανικανοποίητη, μονίμως διεκδικεί, είναι αχόρ­ταγη, αυτό είναι το κύριο γνώρισμά της. Δεν αρκείται στα λίγα που υπάρχουν. Θέλει να χορτάσει, να κορεστεί. Αυτό θέλει να πει η ιστορία, όταν λέει ότι ο Ερμής την προίκισε με μυαλό αισχρό. 
Η αισχρότητά της είναι δύο ειδών. 
Είναι μια αισχρό­τητα διατροφικού χαρακτήρα. Η Πανδώρα έχει μια όρεξη ακό­ρεστη, όλη την ώρα τρώει, όλη την ώρα είναι καθισμένη στο τραπέζι. Ίσως διατηρεί μια αμυδρή ανάμνηση ή το όνειρο της ευλογημένης εκείνης χρυσής εποχής, στη Μηκώνη, όπου πραγ­ματικά οι άνθρωποι κάθονταν όλη την ώρα στο τραπέζι και δε χρειαζόταν να κάνουν τίποτα. Σε κάθε σπιτικό όπου υπάρχει γυναίκα, βασιλεύει πείνα ακόρεστη, πείνα τρομερή. Μ’ αυτή την έννοια, η κατάσταση είναι ανάλογη με εκείνη που επικρα­τεί στις κυψέλες. Υπάρχουν, από τη μια, οι εργάτριες μέλισ­σες που πετάνε από το πρωί στους αγρούς, κάθονται στα λου­λούδια, μαζεύουν το μέλι και το κουβαλούν στην κυψέλη. Και από την άλλη, υπάρχουν οι κηφήνες, που δε βγαίνουν ποτέ έξω και επίσης δε χορταίνουν με τίποτα. Τρώνε όλο το μέλι που οι εργάτριες μαζεύουν υπομονετικά στο ύπαιθρο. Έτσι και στα σπίτια των ανθρώπων από τη μια, οι άντρες ιδροκοπούν στα χωράφια, πεθαίνουν στην κούραση σκάβοντας αυλακιές, για να προφυλάξουν και να συλλέξουν το σπόρο, και από την άλλη, οι γυναίκες καταβροχθίζουν μέσα στο σπίτι, σαν τους κηφή­νες, τη συγκομιδή. Όχι μόνο καταβροχθίζουν και εξανεμίζουν όλα τα αποθέ­ματα, αλλά γι’ αυτόν κυρίως το λόγο μια γυναίκα επιδιώκει να γοητεύσει έναν άντρα. Αυτό που θέλει η γυναίκα είναι η αποθήκη. 
Η γυναίκα δίνει ολόκληρη παράσταση, με τα τσαχ­πίνικα, τα απατηλά λόγια της, με το μυαλό της που είναι γε­μάτο ψέματα, με τα χαμόγελά της και «τον πισινό της κουνώ­ντας», όπως γράφει ο Ησίοδος, για να σαγηνεύσει το νεαρό εργένη, εποφθαλμιώντας απλώς το απόθεμα του σταριού. Και όλοι οι άντρες, όπως αρχικά ο Επιμηθέας, μένουν με το στόμα ανοιχτό, μαγεύονται από την εμφάνισή της και μπλέκουν στα δίχτυα της. Οι γυναίκες δεν έχουν μόνο ακόρεστη όρεξη για φαγητό, σε σημείο που καταστρέφουν την υγεία του συζύγου τους, αφού ποτέ η τροφή που φέρνει στο σπίτι δεν είναι αρκετή, έχουν επίσης και μια φοβερή, ακόρεστη ερωτική όρεξη. 
Η Κλυται­μνήστρα ή οι διάφορες άλλες γυναίκες που έγιναν διάσημες επειδή απατούσαν το σύζυγό τους, όλες ανεξαιρέτως δηλώνουν με έμφαση ότι έπαιζαν το ρόλο της σκύλας που φυλάει το σπίτι. Ο χαρακτήρας τους, αυτός της σκύλας, εννοείται εδώ με την ερωτική του έννοια. Ακόμα και οι καλύτερες γυναίκες, αυτές που έχουν χαρα­κτήρα μετρημένο, έχουν το εξής χαρακτηριστικό, επειδή, όπως λένε οι Έλληνες, πλάστηκαν από χώμα και νερό, η ιδιοσυγκρα­σία τους συνάδει με το υγρό σύμπαν. 
Ενώ, αντίθετα, οι άντρες έχουν μια ιδιοσυγκρασία που προσιδιάζει μάλλον στη στέγνα, τη ζέστη, τη φωτιά.
Σε ορισμένες εποχές του έτους, ειδικά την εποχή που ονομάζουμε κυνικό καύμα, την εποχή του σκύλου, όταν δηλαδή ο Σείριος, ο Κύων, είναι ορατός στον ουρανό, πολύ κοντά στη γη, όταν ο ήλιος και η γη έρχονται σε επαφή, και κάνει φριχτή ζέστη, οι άντρες, στεγνοί όπως είναι, εξαντλούνται, εξασθενούν. Αντιθέτως, οι γυναίκες, χάρη στην υγρασία τους, ανθί­ζουν. 
Απαιτούν από τους συζύγους τους να εκπληρώνουν τα συζυγικά τους καθήκοντα με τέτοια συχνότητα, που τους εξο­ντώνουν. Ο Προμηθέας μηχανεύτηκε ένα δόλο και έκλεψε τη φωτιά από το Δία έλαβε όμως ως απάντηση τη γυναίκα, συνώνυμο της κλέφτρας φωτιάς, την οποία ο Δίας δημιούργησε για να τα­λαιπωρεί τους ανθρώπους. 
Πράγματι, η γυναίκα, η σύζυγος, είναι η φωτιά που καίει διαρκώς το σύζυγό της, μέρα με την ημέρα, που τον στεγνώνει και τον γερνάει πριν από την ώρα του. 
Η Πανδώρα είναι μια φωτιά που ο Δίας έμπασε μέσα στα σπίτια και καίει τους άντρες, χωρίς να ανάβει φλόγα καμιά. Κλέφτρα φωτιά, απάντηση στην κλεμμένη φωτιά. Έτσι όπως έχουν τα πράγματα, τι μπορεί να γίνει; Αν η γυναίκα δεν ήταν στην πραγματικότητα παρά μόνο αυτό το αισχρό μυαλό, η ψεύτρα που εποφθαλμιά τη σιταποθήκη, «κουνώντας τον πι­σινό της», και γερνάει τον άντρα της πριν από την ώρα του, τότε οι άντρες θα προσπαθούσαν οπωσδήποτε να ξεφορτωθούν τις γυναίκες τους. 
Και πάλι όμως εδώ το περίβλημα και το περιεχόμενο έρχονται σε αντίθεση. Η γυναίκα, με τη ζωώδη όρεξή της για τροφή και ερωτική ένωση, είναι γαστήρ, κοιλιά, στομάχι. Συμβολίζει τη ζωώδη πλευρά της ανθρωπότητας, το θηρίο που κρύβει ο άνθρωπος μέσα του. Ως γαστήρ, καταβρο­χθίζει όλα τα πλούτη του άντρα της. 
Όταν ο Προμηθέας τύλι­ξε τη μερίδα της τροφής που προόριζε για τους ανθρώπους μέσα στη γαστέρα του βοδιού, δε φανταζόταν ότι θα τα κατάφερνε τόσο καλά. Και στην προκειμένη περίπτωση, πιάστηκε ο ίδιος στα δίχτυα της πανουργίας του. Το δίλημμα από δω και μπρος θα είναι το εξής: αν ο άντρας παντρευτεί, η ζωή του θα είναι με βεβαιότητα σχεδόν μια κόλαση, εκτός και αν πέ­σει σε μια πολύ καλή γυναίκα, πράγμα πολύ σπάνιο. Ο έγγαμος βίος είναι λοιπόν μια κόλαση, η μια συμφορά πάνω στην άλλη. 
Αντιθέτως, αν ένας άντρας δεν παντρευτεί, μπορεί να ζήσει μια ζωή ευτυχισμένη, όλα θα τα έχει σε αφθονία, ποτέ δε θα του λείψει τίποτα, όταν όμως έρθει η ώρα να πεθάνει, ποιος θα κληρονομήσει το βιός που μάζεψε; Θα σκορπιστεί και θα πάει στα χέρια μακρινών συγγενών, που καθόλου δεν τους αγαπάει. Αν παντρευτεί, καταστράφηκε, αν δεν παντρευτεί, και πάλι καταστράφηκε, με άλλον τρόπο.
Η γυναίκα είναι δισυπόστατη. Είναι η κοιλιά, το στομάχι που καταβροχθίζει τη συγκομιδή που ο άντρας της με δυσκο­λία μαζεύει, κοπιάζοντας, μοχθώντας, ιδροκοπώντας, αλλά η κοιλιά αυτή είναι την ίδια στιγμή η μόνη που μπορεί να δη­μιουργήσει την προέκταση της ζωής ενός άντρα, το παιδί. 
Η σύζυγος ενσαρκώνει την καταστροφική αδηφαγία και τη δη­μιουργική γονιμότητα. Όπως η φωτιά, χαρακτηρίζει μόνο τους ανθρώπους, αφού μόνο οι άνθρωποι παντρεύονται. Ο γάμος ξεχωρίζει τους ανθρώπους από τα ζώα, που ζευγαρώνουν όπως τρώνε, με όποιον βρεθεί μπροστά τους, όπως να ’ναι. Η γυ­ναίκα είναι λοιπόν ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της πολιτισμένης ζωής* και, συγχρόνως, έχει δημιουργηθεί κατ’ εικόνα των αθά­νατων θεαινών. Όταν κοιτάζουμε μια γυναίκα, βλέπουμε την Αφροδίτη, την Ήρα, την Αθηνά. Με την ομορφιά της, τη γοη­τεία της, την χάρίν της, είναι, θα λέγαμε, η παρουσία των θεών επί της γης. Η γυναίκα συνδυάζει την ποταπότητα των ανθρώ­πων και τη θεϊκή τους πλευρά. Ταλαντεύεται ανάμεσα στους θεούς και τα θηρία, όπως η ίδια η ανθρωπότητα.
Ας επανέλθουμε  στην ιστορία μας καταφεύγοντας λίγο στην ανεκδοτολογία. 
Η Πανδώρα μπήκε στο σπίτι του Επιμηθέα, έγινε η πρώτη σύζυγος των ανθρώπων. Ο Δίας τής ψιθυρίζει στο αυτί τι πρέπει να κάνει. 
Στο σπίτι του Επιμηθέα, όπως σε όλα τα σπίτια των Ελλήνων γεωργών, υπάρχουν ένα σωρό πι­θάρια και ανάμεσά τους ένα μεγάλο πιθάρι κρυμμένο, που δεν πρέπει κανείς να το πειράξει. 
Τι είναι αυτό το πιθάρι; 
Λένε ότι το έφεραν οι Σάτυροι, τίποτα όμως δεν είναι σίγουρο. 
Μια μέρα λοιπόν που ο άντρας της Πανδώρας λείπει, ο Δίας τής ψι­θυρίζει στο αυτί να πάει και να ξεσκεπάσει το πιθάρι και αμέ­σως, χωρίς χρονοτριβή, να ξαναβάλει το καπάκι στη θέση του. Κάνει ό,τι της λέει. Πλησιάζει λοιπόν τα πιθάρια, που είναι ένα σωρό. Άλλα έχουν μέσα κρασί, άλλα σιτάρι ή λάδι, όλα τα απο­θέματα σε τρόφιμα εκεί βρίσκονται. Η Πανδώρα σηκώνει το καπάκι από το κρυμμένο πιθάρι και, διαμιάς, όλα τα κακά, όλες οι συμφορές ξεχύνονται στο σύμπαν. Την ώρα που η Παν­δώρα ξαναβάζει το καπάκι στη θέση του, έχει μείνει μέσα η ελπίς, η προσδοκία όσων θα γίνουν στο μέλλον, η οποία δεν πρόλαβε να βγει από το πιθάρι. 
Για όλα τα κακά λοιπόν που υπάρχουν στον κόσμο φταίει η Πανδώρα. 
Η ίδια η παρουσία της Πανδώρας ενσάρκωνε όλα τα κακά και τώρα, που άνοιξε το πιθάρι, πολλαπλασιάστηκαν. 
Ποια είναι αυτά τα κακά; 
Μυριάδες: κούραση, αρρώστιες, θά­νατος, ατυχήματα. Οι συμφορές διαθέτουν μια φοβερή κινητι­κότητα, πηγαινοέρχονται αδιάκοπα, δε στέκονται ποτέ σε ένα μέρος. Δεν είναι ορατές, δεν έχουν σχήμα και μορφή, ούτε μπορεί κανείς να τις ακούσει, σε αντίθεση με την Πανδώρα, που χαίρεσαι να τη βλέπεις και να την ακούς. 
Ο Δίας δεν επέτρε­ψε να έχουν οι συμφορές μορφή και φωνή, ώστε οι άνθρωποι να μην μπορούν να προστατευτούν ούτε να τις αποδιώξουν. Οι συμφορές που οι άνθρωποι προσπαθούν να αποφύγουν, επειδή ξέρουν πόσο απαίσιες είναι, παραμένουν κρυφές και αόρατες, κανείς δεν μπορεί να τις διακρίνει. Η συμφορά την οποία βλέπουν και ακούν, η γυναίκα, συγκαλυμμένη κάτω από τη γοητεία της ομορφιάς, της ηδύτητας, των λόγων της, μας έλκει και μας μαγεύει αντί να μας τρομάζει. Ένα γνώρισμα της ανθρώπινης ύπαρξης είναι ο διαχωρισμός ανάμεσα στα φαι­νόμενα, σε όσα βλέπουμε και ακούμε, και στην πραγματικό­τητα. 
Αυτή είναι η μοίρα των ανθρώπων, όπως τη μηχανεύτηκε ο Δίας, απαντώντας στις πονηριές του Προμηθέα. Ο οποίος δεν τη γλιτώνει, αφού ο Δίας τον καρφώνει μεταξύ ουρανού και γης, στη μέση ενός βουνού, σε ένα στύλο, και τον αλυσοδένει χειροπόδαρα. 
Ο Προμηθέας, που χάρισε στους ανθρώπους την τροφή των θνητών, το κρέας, γίνεται ο ίδιος βορά για τον όρνι του Δία, τον αετό που κουβαλάει τον κεραυνό του, τον αγγελιοφόρο της ακατανίκητης δύναμής του. 
Ο Προ­μηθέας γίνεται ο ίδιος θύμα, κομμάτι κρέας από τη σάρκα του σφάγιου. 
Καθημερινά, ο αετός του Δία τού τρώει ολόκληρο το συκώτι και κάθε νύχτα το συκώτι του αναπλάθεται ακέραιο, ώστε την άλλη μέρα ο αετός να βρει άθικτο το γεύμα του. Η κατάσταση αυτή θα συνεχιστεί ως τη στιγμή που ο Ηρακλής, με τη συγκατάθεση του Δία, θα ελευθερώσει τον Προμηθέα. 
Ο Προμηθέας αποκτά μια μορφή αθανασίας, ως αντάλλαγμα για το θάνατο του Κενταύρου Χείρωνα. Ο Χείρωνας, εκπολιτιστής ήρωας ο οποίος δίδαξε στον Αχιλλέα και σε πολλούς άλλους πώς να γίνουν τέλειοι ήρωες, τραυματίστηκε, υπέφερε και το τραύμα του δεν είχε γιατρειά, ούτε μπορούσε και να πεθάνει, όπως ευχόταν.
Έγινε λοιπόν μια ανταλλαγή. Ο Χείρωνας έλα­βε το θάνατο και ο Προμηθέας την αθανασία του Χείρωνα. 
Και ο ένας κι ο άλλος ελευθερώθηκαν. Ο Προμηθέας τιμωρήθηκε με τον τρόπο που αμάρτησε. Θέ­λησε να προσφέρει στους θνητούς το κρέας, και ειδικά το συκώτι, που αντιπροσωπεύει ένα εκλεκτό κομμάτι του σφά­γιου, αφού στο όργανο αυτό διαβάζουν οι θνητοί αν οι θεοί αποδέχονται τη θυσία. 
Ο Προμηθέας γίνεται και αυτός με τη σειρά του σφάγιο, προσφέροντας το συκώτι του, εκλεκτό έδε­σμα για τον αετό του Δία. Ο αετός αυτός είναι σύμβολο του θεϊκού κεραυνού, πυρφόρος, κεραυνοβόλος. 
Η φωτιά που έ­κλεψε ο Τιτάνας επιστρέφει κατά κάποιο τρόπο στο συκώτι του και στήνει φαγοπότι χωρίς τελειωμό. 
Υπάρχει ακόμα μια λεπτομέρεια, ιδιαιτέρως σημαντική. 
Ο Προμηθέας είναι ένα πλάσμα διφορούμενο, η θέση του στο θεϊκό κόσμο δεν είναι σαφώς καθορισμένη. Η ιστορία αυτή του συκωτιού, που το καταβροχθίζει το πρωί ο αετός και ξαναγί­νεται ακέραιο το βράδυ, δείχνει ότι ο χρόνος και η ζωτικότη­τα μπορούν να είναι τριών ειδών. 
Υπάρχει ο χρόνος των θεών, η αιωνιότητα όπου δε συμβαίνει τίποτα, τα πάντα βρίσκονται στη θέση τους, τίποτα δε χάνεται. 
Υπάρχει ο χρόνος των αν­θρώπων, που είναι ένας χρόνος γραμμικός, που κινείται προς την ίδια κατεύθυνση πάντα, γεννιόμαστε, μεγαλώνουμε, ενη­λικιωνόμαστε, γερνάμε και πεθαίνουμε. Όλα τα ζωντανά πλά­σματα υπόκεινται στην εξουσία του. Όπως λέει ο Πλάτωνας, είναι ένας χρόνος που κινείται σε ευθεία γραμμή. 
Υπάρχει, τέ­λος, ένας τρίτος χρόνος, στον οποίο παραπέμπει το συκώτι του Προμηθέα, ένας χρόνος κυκλικός ή σπειρωτός. Φανερώνει μια ύπαρξη όμοια με του φεγγαριού, λόγου χάρη, που μεγαλώνει, χάνεται και στη συνέχεια ξαναγεννιέται, εσαεί. 
Ο προμηθεϊκός αυτός χρόνος προσιδιάζει στο χρόνο των άστρων, στις κυ­κλικές κινήσεις τους, δηλαδή, που εγγράφονται στο χρόνο και με τις οποίες μετράμε το χρόνο. Δεν είναι η αιωνιότητα των θεών, δεν είναι όμως ούτε ο επίγειος χρόνος, ο θνητός χρόνος, που κινείται μονίμως προς την ίδια κατεύθυνση. Είναι ένας χρόνος τον οποίο οι φιλόσοφοι θα ορίσουν ως κινούμενη εικό­να της ακίνητης αιωνιότητας. Το πρόσωπο του Προμηθέα επί­σης υπερβαίνει, όπως το συκώτι του, το γραμμικό χρόνο των ανθρώπων και την αιώνια ύπαρξη των θεών. 
Ο διαμεσολαβητικός του ρόλος στην ιστορία αυτή είναι απολύτως σαφής. Εξάλλου, βρίσκεται μεταξύ ουρανού και γης, στη μέση ενός στύ­λου, στο μεσοδιάστημα. 
Συμβολίζει τον αρμό που συνδέει μια εποχή πολύ μακρινή —όταν στον οργανωμένο αυτόν κόσμο δεν υπήρχε ακόμα ο χρόνος, όταν οι θεοί και οι άνθρωποι ζούσαν όλοι μαζί, όταν βασίλευε η ανυπαρξία του θανάτου, η αθανα­σία— με την εποχή των θνητών, που ζούνε εφεξής χωριστά από τους θεούς, υπόκεινται στο θάνατο και στο χρόνο που κυλά. 
Το συκώτι του Προμηθέα μοιάζει με τα άστρα, που δίνουν το ρυθμό και το μέτρο στη θεϊκή αιωνιότητα, και παίζει έτσι ρόλο διαμεσολαβητικό ανάμεσα στο θεϊκό κόσμο και τον ανθρώπι­νο.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Jean-Pierre Vernant με τίτλο: To Σύμπαν, οι Θεοί, οι Άνθρωποι, εκδ.Πατάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου