Translate

Τρίτη, 16 Ιουλίου 2013

Μηλινόη: Η θεά του φεγγαριού.

Πατέρας της Μηλινόης ή Μελινόης ήταν ο Δίας, ο οποίος πήρε τη μορφή του Πλούτωνα για να ενωθεί με την Περσεφόνη σε ανυποψίαστο χρόνο και ο καρπός της ένωσης στην μυθολογία ήταν τόσο σημαντικός που δημιουργήθηκε ορφικός ύμνος προς αυτήν...
Γεννήθηκε στις όχθες του Κωκυτού (που σημαίνει θρήνος), ενός από τους τέσσερις ποταμούς του Κάτω Κόσμου και ήταν αδελφή του Ζαγρέα Διόνυσου.
Για την προέλευση του ονόματος της Μηλινόης δεν υπάρχει κάποια καταγεγραμμένη πηγή, αλλά κατά πάσα πιθανότητα προέρχεται από το επίθετο «μήλινος», παραπέμποντας στο χρώμα του κίτρινου μήλου (ή κυδωνιού), χρώμα του θανάτου ή της ασθένειας, κάτι που συμπίπτει και από τον τόπο γέννησής της και έχει συσχέτιση με την μητέρα της.
Επίσης στον Ορφικό ύμνο αναφέρεται ως "κροκόπεπλος" που σημαίνει με κίτρινο πέπλο, επίθετο όμως που έδιναν οι αρχαίοι ποιητές στις θεές της σελήνης. Η Μηλινόη - και αυτό αποδεικνύεται από τον ύμνο προς αυτήν - αποτελεί σημαντική θεότητα της Ορφικής θρησκείας  και είναι βασική χθόνια νύμφη, που προκαλεί τους νυχτερινούς εφιάλτες και την τρέλα. 
Πιστευόταν ότι ήταν μισή λευκή και μισή μαύρη (και εδώ μπορεί να συνδεθεί μία επιπλέον ετυμολογική ερμηνεία του ονόματός της, κατά την οποία το όνομα προέρχεται από το "Μέλας" που σημαίνει μαύρος) αντιπροσωπεύοντας τη δυαδικότητα του Επουρανίου Δία και του Καταχθόνιου Άδη-Πλούτωνα, καθώς και της καταχθόνιας και σεληνιακής της ιδιότητας.
Στους ύμνους δύο θεές έφεραν αυτό το επίθετο "κροκόπεπλος"  : η Μηλινόη και η Εκάτη, δείχνοντας έτσι και την άρρηκτη σύνδεσή τους.
Με αφορμή αυτόν τον χαρακτηρισμό, αλλά και την ιστορία της, την συνδέουν είτε με την Περσεφόνη λόγω της κοινής "ζωής" στον Κάτω Κόσμο του Άδη, αλλά περισσότερο με την θεά Εκάτη με την υπόθεση πως η ίδια ήταν ένα επίθετο της προστάτιδας θεάς της μαγείας (σύμφωνα με κάποιες εκδοχές, κόρη της Εκάτης είναι η Μήδεια), η οποία ούτως ή άλλως συνδέεται άμεσα με το μύθο της αρπαγής της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα και της αναζήτησής της από τη Δήμητρα, ως γενεαλογικό δέντρο της.
Σύμφωνα με τον μύθο, όταν ο Πλούτωνας έκλεψε με το άρμα του την Περσεφόνη, η θεά Εκάτη άκουσε τις φωνές της και ήταν εκείνη που συνόδεψε τη Δήμητρα στα ανάκτορα του Ήλιου για να μάθει τι συνέβη. Μετά την εξέλιξη αυτή για την αποκάλυψη της αλήθειας για το θέμα της Περσεφόνης, η τρίμορφη θεά (Εκάτη) γίνεται άμεση σύντροφος και προστάτιδα της Κόρης, καθώς και σημαντική χθόνια θεότητα, η οποία συνδέεται και με τη σελήνη και την προστάτιδα της, Αρτέμιδα (και αυτή η σύνδεση σχετικά με την σελήνη, προαναφέρθηκε πιο πάνω και προκύπτει από τον ίδιο τον Ορφικό ύμνο με βάση τον χαρακτηρισμό "κροκόπεπλος").
Έτσι, με αυτόν τον συσχετισμό, η Μηλινόη θεωρείται και θεά του φεγγαριού.


(*Φώτο:Σχέδιο από χάλκινο δισκίο που βρέθηκε στην Πέργαμο. Απεικονίζει τρεις στεφθείσες θεές με τα ονόματα ΔΙΩΝΗ, ΦΟΙΒΙΗ και ΝΥΧΙΗ. Η καθεμιά περιβάλλεται από πυκνογραμμένες επιγραφές, κυρίως αμετάφραστες συλλαβές για ξόρκι (μαγικές επικλήσεις). Η επιγραφή γύρω από τη Φοίβη επικαλείται την Περσεφόνη, τη Μηλινόη και τη Λευκοφρύνη (επίθετο της Αρτέμιδας). Η επιγραφή χρονολογείται στο πρώτο μισό του 3ου μ.Χ. αιώνα.)

 ΟΡΦΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ ΜΗΛΙΝΟΗΣ

"Την Μηλινόην προσκαλώ, την γηΐνην νύμφην, με τον κίτρινον πέπλον, που την εγέννησεν η σεμνή Περσεφόνη πλησίον των εκβολών του Κωκυτού επάνω εις τα ιερά κρεβάτια του Διός, υιού του Κρόνου· με αυτήν έσμιξε, αφού
εξηπάτησε τον Πλούτωνα, με δόλιους απατηλούς τρόπους και διέσπασε με θυμόν το διπλούν σώμα της Περσεφόνης η οποία καθιστά μανιακούς τους ανθρώπους με αέρινα φαντάσματα, αφού έδειξε τον τύπον του προσώπου της με παράξενες μορφές άλλοτε μεν εμφανής (φανερά), άλλοτε δε σκοτεινή, λάμπουσα κατά την νύκτα, με εχθρικάς επιθέσεις κατά την σκοτεινήν νύκτα.
Αλλά σε παρακαλώ, θεά, βασίλισσα των καταχθόνιων, να αποπέμπης την μανίαν της ψυχής εις τα πέρατα της γης, εμφανίζουσα εις τους μύστας ευνοϊκό Ιερόν πρόσωπον."

Μηλινόην καλέω, νύμφην χθονίαν, κροκόπεπλον, ἣν παρὰ Κωκυτοῦ προχοαῖς ἐλοχεύσατο σεμνὴ Φερσεφόνη λέκτροις ἱεροῖς Ζηνὸς Κρονίοιο, ἧι ψευσθεὶς Πλούτων᾽ ἐμίγη δολίαις ἀπάταισι, θυμῶι Φερσεφόνης δὲ δισώματον ἔσπασε χροιήν, ἣ θνητοὺς μαίνει φαντάσμασιν ἠερίοισιν, ἀλλοκότοις ἰδέαις μορφῆς τύπον ἐκπροφαίνουσα, ἄλλοτε μὲν προφανής, ποτὲ δὲ σκοτόεσσα, νυχαυγής, ἀνταίαις ἐφόδοισι κατὰ ζοφοειδέα νύκτα. ἀλλά, θεά, λίτομαί σε, καταχθονίων βασίλεια, ψυχῆς ἐκπέμπειν οἶστρον ἐπὶ τέρματα γαίης, εὐμενὲς εὐίερον μύσταις φαίνουσα πρόσωπον.

*Έρευνα-συλλογή πληροφοριών Γιώβη Βασιλική

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου