Translate

Παρασκευή, 7 Φεβρουαρίου 2014

"Το να ζητάς τον Θεό, αυτό 'ναι ο Θεός!.."

 " - Τι να σου πω σιορ Φραγκίσκο μου; Τα άλλα τα ξέρεις, λίγο βιος μου είχαν αφήσει οι γοναίοι μου, το 'φαγα, πήρα τότε το ταγάρι, μπήκα στις στράτες και κίνησα, από πόρτα σε πόρτα, από μοναστήρι σε μοναστήρι, από χωριό σε χωριό. Που είναι; Ποιος Τον είδε; Που μπορώ να Τον βρω;
Σαν να 'ταν κανένα φοβερό θεριό και βγήκα κυνήγι. Άλλοι γελούσαν, άλλοι μου πετούσαν πέτρες, άλλοι με έριχναν κάτω και με 'σπαζαν στο ξύλο, μα πάλι εγώ πετιόμουν πάνω ξανά 'παιρνα τις στράτες και κυνηγούσα τον Θεό...

-" Και τον βρήκες;"  Ένοιωσα απάνω μου το αγκομαχητό του Φραγκίσκου. "Τον βρήκες;"
- "Που να τον βρώ, αρχοντόπουλό μου! Ρώτησα κάθε λογής ανθρώπους, σοφούς, άγιους, τρελούς, δεσποτάδες, τροβαδούρους, γέρους εκατοχρονίτες, καθένας μου 'δινε και μία συμβουλή, μου 'δειχνε ένα μονοπάτι: 
"Πάρ' το, μου 'λεγαν, και θα Τον βρεις!"
Μα καθένας μου 'δειχνε και άλλο μονοπάτι. Ποιο να διαλέξω; Τα 'χα σαστίσει.
"Ο δρόμος που πηγαίνει στον Θεό μου 'πε ένας σοφός από την Μπολόνια, είναι η γυναίκα και το παιδί, παντρέψου."
Και ένας άλλος, τρελός, άγιος από το Γκούπιο: "μην ζητάς τον Θεό, αν θέλεις να τον βρεις κλείσε τα μάτια σου, αν θες να τον δεις φράξε τα αυτιά σου, να τον ακούσεις. Αυτό κάνω κι εγώ. " είπε, και έκλεισε τα μάτια του, έφραξε τα αυτιά του, σταύρωσε τα χέρια και άρχισε να κλαίει.
Και μία γυναίκα, που ασκήτευε στο δάσο, έτρεχε κάτω από τα πεύκα ολόγυμνη και φώναζε:
"Αγάπη! Αγάπη! Αγάπη!" και χτυπούσε τα στήθια της και άλλη απόκριση δεν μπορούσε να μου δώσει.
Μιαν άλλη μέρα βρήκα σε μία σπηλιά έναν άγιο, από το πολύ κλάμα είχε τυφλωθεί και το δέρμα του ήταν όλο λέπια από την απλησιά και την αγιοσύνη. Αυτός μου 'πε τον πιο σωστό λόγο, τον πιο φοβερό. Τον αναλογιέμαι και η τρίχα μου σηκώνεται.
- Ποιο λόγο; Θέλω να τον ακούσω! έκαμε ο Φραγκίσκος και μου άρπαξε το χέρι, έτρεμε.
- Έσκυψα, του 'βαλα μετάνοια και τον ρώτησα:
 "Άγιε ασκητή, κίνησα να βρω τον Θεό, δείξε μου τον δρόμο.
- Δεν υπάρχει δρόμος, μου αποκρίθηκε χτυπώντας την πατερίτσα του, στο χώμα, δεν υπάρχει δρόμος! 
- Τι λοιπόν! είπα εγώ τρομάζοντας.
- Υπάρχει γκρεμός, πήδηξε!
- Γκρεμός!; αυτός είναι ο δρόμος; φώναξα.
- Αυτός, όλοι οι δρόμοι φέρνουν στην γης, το πήδημα στον Θεό, πήδηξε!
- Δεν μπορώ, γέροντά μου!
- Τότε παντρέψου, ησύχασε!" είπε, και απλώνοντας το σκελεθρωμένο του μπράτσο με έδιωξε και άκουγα ακόμα από μακριά τον θρήνο του.
- Όλοι έκλαιγαν; μουρμούρισε ο Φραγκίσκος τρομαγμένος, όλοι; και όσοι βρήκαν τον Θεό και όσοι δεν τον βρήκαν;
- Όλοι.
- Γιατί, φράτε Λεόνε;
- Δεν ξέρω, όλοι! .....
.....Σιορ Φραγκίσκο, συγχώρεσέ με, δώδεκα χρόνια τον κυνηγώ, τίποτα αλλο δεν βρήκα.
Ο Φραγκίσκος έσκυψε το κεφάλι, βυθίστηκε σε λογισμούς.
Και σε λίγο:
- Ποιος, ξέρει, μουρμούρισε, μην στενάζεις, φράτε Λεόνε, ποιος ξέρει, το να ζητάς τον Θεό, αυτό 'ναι ο Θεός!"

Ο ΦΤΩΧΟΥΛΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ- ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου