Translate

Τρίτη, 6 Απριλίου 2021

ΔΗΜΩΝΑΞ ΚΑΙ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: «ΕΚΕΙΝΟΝ ΘΕΩΡΩ ΕΛΕΥΘΕΡΟ, ΟΠΟΙΟΝ ΔΕΝ ΕΛΠΙΖΕΙ ΤΙΠΟΤΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΙΠΟΤΑ».

 

Ο Δημώναξ υπήρξε Κύπριος κυνικός φιλόσοφος του 2ου μ.χ.αιωνα. Ο Νίκος Καζαντζάκης υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς Έλληνες συγγραφείς του 20ου αιώνα . Τους δύο άντρες συνδέει, σαν ένα αόρατο νήμα, μια ρήση, η οποία παρατίθεται από τον περίφημο σοφιστή και συγγραφέα Λουκιανό και αποδίδεται από τον ίδιο στον φιλόσοφο Δημώνακτα. 
Μια ρήση που έμελλε να εμπνεύσει πολύ κόσμο που όμως, για τους περισσότερους θεωρείται πως την πατρότητα της την έχει ο Νίκος Καζαντζάκης. Η ρήση που όλοι γνωρίζουμε και που ο Νίκος Καζαντζάκης ζήτησε να γραφτεί στο μνήμα του είναι: 
"Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα, είμαι λέφτερος".
Όμως ο Δημώνακτας χρόνια πολλά πριν είπε:
«Εκείνον θεωρώ ελεύθερο, όποιον δεν ελπίζει τίποτα και δεν φοβάται τίποτα».
Ποιος ήταν όμως ο Δημώνακτας; και που αναφέρεται η φράση αυτή;
Ας πάμε να μάθουμε.
◼️ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ...ΔΗΜΩΝΑΚΤΟΣ
Ο Δημώναξ ήταν Κύπριος κυνικός φιλόσοφος του 2ου μ.Χ. αιώνα, γνωστός από ένα βίο του που έγραψε ο μαθητής του Λουκιανός, με τίτλο Δημώναξ. Ενώ αναφέρεται ως Κύπριος, ωστόσο είναι άγνωστο από ποιο μέρος της Κύπρου καταγόταν.
Έζησε πολλά χρόνια στην Αθήνα, όπου και πέθανε σε μεγάλη ηλικία, σχεδόν 100 χρόνων. Αν και καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια, ωστόσο περιφρόνησε τα πλούτη και γενικά τα ανθρώπινα αγαθά και αποφάσισε να ζήσει απλή και λιτή ζωή, αφιερωμένος στη φιλοσοφία.
Δάσκαλοί του υπήρξαν ο Δημήτριος, ο Αγαθόβουλος, ο Επίκτητος και ο Τιμοκράτης από την Ηράκλεια.
Ο Δημώναξ δεν είχε αναπτύξει προσωπικό φιλοσοφικό σύστημα.
Απέφυγε τις ακρότητες της Κυνικής σχολής και θαύμαζε ιδιαίτερα τους φιλοσόφους Σωκράτη, Αρίστιππο και Διογένη.
Ακόμη, δεν αρκέστηκε σε θεωρητικές αναζητήσεις αλλά έθεσε σε πράξη το φιλοσοφικό του πιστεύω με το να βοηθά τους φίλους και τους συμπολίτες του, γιατί πίστευε πως η φιλία είναι το πολυτιμότερο αγαθό για τους ανθρώπους.
Με τον τρόπο αυτό κέρδισε την αγάπη και την εκτίμηση τόσο των αρχόντων όσο και του λαού των Αθηνών.
Αναφέρει ακόμη ο Λουκιανός ότι ο Δημώναξ ήταν πράος καί ήμερος και φαιδρός και πρόσφερε κοινωνικές υπηρεσίες σε όλους τους συμπολίτες του, ενώ για τον εαυτό του δεν είχε καμιά ανάγκη.
Είχε ακόμη το χάρισμα να είναι πολύ πειστικός όταν μιλούσε, έτσι που σύμφωνα προς «το αιώνιο ρητό των κωμικών», τήν πειθώ τοῖς χείλεσιν αὐτοῦ ἐπικαθῆσθαι (η πειθώ ήταν καθισμένη στα χείλη του).
Όπως αναφέρει ο Λουκιανός, παρά το ότι όλοι οι Αθηναίοι, άρχοντες και λαός, τον θαύμαζαν υπερβολικά και τον έβλεπαν πάντοτε σαν ένα άνθρωπο καλύτερο από αυτούς, ωστόσο αρχικά ήλθαν σε προστριβές μαζί του, ο δε λαός τον είχε μισήσει εξ αιτίας της ελευθεριότητας και της αθυροστομίας του.
Μάλιστα κατηγορήθηκε από μερικούς Αθηναίους, όπως άλλοτε είχε κατηγορηθεί και ο Σωκράτης, και δικάστηκε.
Οι εναντίον του κατηγορίες ήταν ότι ποτέ δεν είχε θυσιάσει στους θεούς, και ότι δεν είχε μυηθεί στα Ελευσίνια μυστήρια.
Όταν επρόκειτο να δικαστεί, ο Δημώναξ φόρεσε καθαρό ένδυμα και στεφανώθηκε με στεφάνι θυσίας, έτοιμος να θυσιαστεί, κι έτσι ανέβηκε στο βήμα της εκκλησίας του δήμου απ’ όπου, με πολλή γενναιότητα, έκαμε την απολογία του.
Στην απολογία του ζήτησε από τους Αθηναίους να τον θυσιάσουν και αυτόν, επειδή την προηγούμενη φορά (όταν δηλαδή δίκαζαν τον Σωκράτη) δεν είχαν θυσιάσει κάτω από καλούς οιωνούς.
Στις δυο κατηγορίες απάντησε ότι στην θεά Αθηνά δεν πρόσφερε θυσίες επειδή νόμιζε ότι η θεά δεν είχε ανάγκη των θυσιών του, εις ό,τι δε αφορούσε τα Ελευσίνια μυστήρια, είπε ότι απέφυγε να συμμετάσχει επειδή αργότερα δεν μπορούσε παρά να τα αποκαλύψει στους αμύητους: διότι εάν τα μυστήρια ήταν αισχρά, θα θεωρούσε υποχρέωσή του να αποτρέψει τους αμύητους απ' αυτά, ενώ εάν ήταν καλά, και πάλι θα τα διαλαλούσε σ' όλους από φιλανθρωπία.
Μετά την απολογία του αυτή, ο Δημώναξ όχι μόνο αθωώθηκε αλλά κι έχαιρε σεβασμού και εκτιμήσεως από όλους τους Αθηναίους.
Μια φορά μάλιστα, όταν συνέβη μια εξέγερση, ο Δημώναξ εμφανίστηκε στην εκκλησία του δήμου, οπότε μόλις ο λαός τον είδε, αμέσως σιώπησε, κι όταν η τάξη αποκαταστάθηκε, ο Δημώναξ έφυγε χωρίς να πει στο κοινό του ούτε μια λέξη.
Αναφέρει ακόμη ο Λουκιανός ότι έμπαινε απρόσκλητος σε όποιο σπίτι ήθελε, όπου έτρωγε και κοιμόταν.
Στο δρόμο, οι φουρνάρισσες καβγάδιζαν ποια θα του έδινε πρώτη ψωμί, ενώ τα παιδιά του έδιναν φρούτα και τον αποκαλούσαν πατέρα.
Έζησε, αναφέρει ο Λουκιανός, σχεδόν 100 χρόνια, χωρίς ποτέ ν' αρρωστήσει, χωρίς ποτέ να λυπηθεί, χωρίς να ενοχλήσει ποτέ κανένα ζητώντας του κάτι, χωρίς εχθρούς και πάντοτε χρήσιμος σε όλους, φίλος με όλους.
Όταν σε βαθιά γεράματα είδε ότι δεν μπορούσε πια να φροντίζει μόνος τον εαυτό του, απάγγειλε στους γύρω του την έμμετρη κήρυξη της λήξης των αγώνων:
"Τελειώνει ο αγώνας των καλλίστων αθλημάτων χορηγός και ο καιρός καλεί, καμιά καθυστέρηση πια..."
Και από τη στιγμή εκείνη αρνήθηκε πια να πάρει τροφή, μέχρι που πέθανε.
Όταν, λίγο πριν πεθάνει, τον ρώτησαν πώς θα ήθελε την ταφή του, απάντησε ότι δεν σκοτιζόταν γιατί θα τον έθαβε η κακοσμία.
Κι όταν τον ξαναρώτησαν αν ήταν σωστό το σώμα του να σπαραχθεί από τα όρνια και τα σκυλιά, απάντησε ότι τούτο δεν ήταν παράλογο γιατί θα φαινόταν έτσι χρήσιμος σε μερικά ζώα.
Ωστόσο όταν πέθανε, οι Αθηναίοι τον έθαψαν με δημόσια δαπάνη και τιμές.
Την κηδεία του παρακολούθησε όλος ο λαός των Αθηνών και στον τάφο τον μετέφεραν στους ώμους τους οι φιλόσοφοι της πόλης.

◼️Η ΠΑΣΊΓΝΩΣΤΗ ΦΡΑΣΗ

Προέρχεται από το «Δημώνακτος Βίος» του Λουκιανού.
«Ερωτήσαντος δε τινος, τίς αυτώ όρος ευδαιμονίας είναι δοκεί, μόνον ευδαίμονα έφη τον ελεύθερον•εκείνου δε φήσαντος πολλούς ελευθέρους είναι, Αλλ’εκείνον νομίζω τον μήτε ελπίζοντά τι μήτε δεδιότα•ο δε, Και πώς αν, έφη, τούτο τις δύναιτο;άπαντες γαρ ως το πολύ τούτοις δεδουλώμεθα.Και μην ει κατανοήσεις τα των ανθρώπων πράγματα, εύροις αν αυτά ούτε ελπίδος ούτε φόβου άξια,παυσομένων πάντως και των ανιαρών και των ηδέων».

Όταν κάποιος τον ρώτησε ποιος είναι κατά την γνώμη του ο ορισμός της ευτυχίας, εκείνος απάντησε ότι ευτυχισμένος είναι μόνο ο ελεύθερος. Όταν ο άλλος παρατήρησε ότι υπάρχουν πολλοί ελεύθεροι, απάντησε: «Εκείνον θεωρώ ελεύθερο, όποιον δεν ελπίζει τίποτα και δεν φοβάται τίποτα». Και εκείνος τον ρώτησε: «Και πώς μπορεί κανείς να το καταφέρει αυτό; Γιατί όλοι ως επί το πλείστον είμαστε δούλοι σε τούτα τα δύο». «Και όμως, αν κατανοήσεις τα ανθρώπινα, θα ανακαλύψεις ότι αυτά δεν είναι άξια ούτε ελπίδας ούτε φόβου, αφού οι πόνοι και οι ηδονές θα τερματιστούν στο τέλος οπωσδήποτε».

◼️ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Δε θα γνωρίζαμε ούτε την παρουσία του υπέροχου αυτού φιλοσόφου αν δεν υπήρχε ο Λουκιανός να γράψει τον βίο του. Ίσως να μην στοχαζόμασταν για την ελευθερία του, αν ο Νίκος Καζαντζάκης δεν επέλεγε να βάλει στον τάφο του το επίγραμμα.
Η γνωριμία του Καζαντζάκη με τη φιλοσοφία του Δημώνακτος ξεκινάει το 1911, όταν ο Ιωάννης Κονδυλάκης, επίσης Κρητικός, (του οποίου ο Καζαντζάκης ήταν θαυμαστής) εκδίδει τη μετάφραση των «Απάντων» του Λουκιανού, όπου, στο Ζ΄ Βιβλίο περιλαμβάνεται ο «Δημώνακτος Βίος». Ο Καζαντζάκης θαυμάζει τον Κονδυλάκη και εμπιστεύεται τη γνώμη του.
Ο Καζαντζάκης είναι δεινός αναγνώστης, λάτρης των αρχαίων και της φιλοσοφίας. Διαβάζει το έργο του Λουκιανού που έχει μεταφράσει ο Κονδυλάκης. Η ιδέα της ελευθερίας του Δημώνακτος φαίνεται να είναι ελκυστική για τον Κρητικό λογοτέχνη.
Η ιδέα της απόλυτης ελευθερίας του Δημώνακτος αποτέλεσε έμπνευση και για τον Ανώνυμο Έλληνα, συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας» (Ήτοι Λόγος Περί Ελευθερίας) ένα προεπαναστατικό έργο που εκδόθηκε με έξοδα του συγγραφέα στην Ιταλία το 1806. Η ιδέα της ελευθερίας, συνυφασμένη με την απουσία ελπίδας και φόβου, είχε σκοπό έχει την εθνική αφύπνιση των Ελλήνων («προς ωφέλεια των Ελλήνων»):
«… Και ο ελεύθερος ούτε ελπίζει, ούτε φοβείται εις ό,τι μέλλει να πράξη»
Ο Δημώναξ ούτε έλπιζε ούτε φοβόταν. Το απέδειξε με τη ζωή του, κατακτώντας την ευτυχία μέσα από την ελευθερία, κάνοντας πράξη την Κυνική φιλοσοφία. Έζησε ελεύθερος από κοινωνικές συμβάσεις και απατηλές ανάγκες. Ο Λουκιανός (σατιρικός συγγραφέας του 2ου αιώνα) μας μεταφέρει τον βίο του συγχρόνου του, Δημώνακτος, καθώς πιστεύει ότι αξίζει να διατηρηθεί η μνήμη του «άριστου των φιλοσόφων» και επειδή αποτελεί έξοχο παράδειγμα για τους νέους της εποχής του.


* Πηγές από κείμενο του φιλολόγου Αντωνίου Α. Αντωνάκου, της Δρ Έλσα Νικολαΐδου και βικιπαίδεια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου