Translate

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

Καλλίμαχος:Ύμνος στην Άρτεμη



Την Άρτεμη -αλίμονο στους αοιδούς που την ξεχνούν-
υμνούμε, που αγαπάει τα τόξα και το κυνήγι του λαγού
και τους απλόχωρους χορούς και τα παιγνίδια στα όρη,
κι αρχίζουμε από τότε, στου πατέρα της που κάθονταν τα γόνατα,
παιδάκι ακόμα κι έτσι στον πατέρα της μιλούσε:..

«Αιώνια δώσ᾽ μου παρθενιά και κάμε να με κράζουν
μ᾽ ονόματα πολλά που ο Φοίβος μη μου παραβγαίνει.
Δώσ᾽ μου βέλη και τόξα, κι άσε πατέρα, ούτε φαρέτρα
ούτε μεγάλο τόξο σου γυρεύω. Οι Κύκλωπες και βέλη
θα τεχνουργήσουν γρήγορα για μένα κι εύκαμπτο τόξο.
Και δάδες δώσ᾽ μου να κρατώ, κι ώς με το γόνατο χιτώνα
να ᾽μαι ζωσμένη πλουμιστό και άγρια θηρία να σκοτώνω.
Δώσ᾽ μου ακόμα ένα χορό μ᾽ εξήντα Ωκεανίδες,
όλες εννιάχρονες, όλες παιδούλες δίχως τη γυναικεία ζώνη.
Και δώσ᾽ μου είκοσι νύμφες Αμνισίδες, να τις έχω βάγιες
τα πέδιλα να μου κοιτούν και τα γοργά σκυλιά μου,
όταν δεν θα χτυπάω λύγκες μήτε ελάφια.
Κι όλα τα όρη δώσε μου κι από τις πόλεις όποια εσύ θελήσεις,
γιατί στην πόλη η Άρτεμη συχνά δεν κατεβαίνει.
Στα όρη θα κατοικήσω, ενώ στις πόλεις θα ᾽ρχομαι μ᾽ ανθρώπους
σ᾽ επαφή
μονάχα όταν γυναίκες που κοιλοπονούν βαριά
θα με καλούννα τις βοηθήσω. Σ᾽ αυτές οι Μοίρες,
όταν γεννιόμουν, με προόρισαν να φέρω τη βοήθεια.
Γιατί κι εμένα η μάνα μου δεν πόνεσε σαν με γεννούσε,
και δίχως κόπο μ᾽ έβγαλε, στα γόνατά της πάνω αφήνοντάς με».

Αυτά η παιδούλα ως είπε, τη γενειάδα προσπαθούσε του πατέρα της
να αγγίξει, όμως πολλές φορές ανώφελα τα χέρια τάνυσε
μήπως τα ψαύσει. Και ο πατέρας συγκατάνευσε γελώντας,
κι είπε, την κόρη του χαϊδεύοντας:
«Τέτοια οι θεές
σαν μου γεννούν παιδιά, οι θυμοί της Ήρας της ζηλιάρας
ούτε μ᾽ αγγίζουνε· όσα θελήσεις πάρε τέκνο μου
κι άλλα ο πατέρας θα σου δώσει πιο τρανά.
Τριάντα πόλεις κι όχι μία μοναχά θα σου χαρίσω,
τριάντα πόλεις που θεόν άλλο δεν θα τιμήσουν
παρά μονάχα εσένα και θ᾽ αποκαλούνται πόλεις της Αρτέμιδας.
Κι άλλες πολλές θα ᾽χεις κοινές μ᾽ άλλους θεούς
και στα μεσόγαια και στα νησιά. Και θα υπάρχουν σ᾽ όλες
βωμοί και άλση για την Άρτεμη. Στους δρόμους
και στα λιμάνια εσένα για προστάτισσα θα λογαριάζουνε».
Τούτα σαν είπε,
το λόγο του επικύρωσε κλίνοντας το κεφάλι. Κι έβαινε η κόρη
στο Λευκόν όρος της Κρήτης το δασόσκεπο,
κι εκείθε στον Ωκεανό. Και νύμφες διάλεξε πολλές,
όλες εννιάχρονες, κι όλες ακόμα κόρες δίχως διάδημα.
Και χαίρονταν πολύ ο ποταμός ο Καίρατος,χαίρονταν και η Τηθύς,
που έπεμπε τις θυγατέρες της βοηθούς στην κόρη της Λητώς.

Μετά τους Κύκλωπες πήγε να βρεί. Τους βρήκε
στο νησί της Λιπάρας. Και στου Ηφαίστου τρόγυρα το αμόνι
στέκονταν καθώς πύρωνε το μέταλλο, καθώς επείγονταν για μέγα έργο.
Ποτίστρα για τους ίππους μαστορεύανε του Ποσειδώνα.
Οι νύμφες φοβηθήκανε τα τρομερά σαν αντικρίσαν όντα
που ᾽μοιαζαν βράχοι από την Όσσα. Κάτω από το φρύδι
το μοναδικό τους μάτι, όμοιο με ασπίδα από βοδιών τεσσάρων δέρμα,
να κρυφοβλέπουν φοβερά. Κι ακούσανε το χτύπο
από το αμόνι που ήχησε μακριά και το μεγάλο φυσητό του αγέρα
από το φυσερό, κι από των ίδιων (των Κυκλώπων) τη βαριάν ανάσα.
Γιατί και η Αίτνα βούιζε
καθώς και η Τρινακρία,όπου κατοικούν οι Σικανοί, και η γειτονική
Ιταλία. Και βοή μεγάλη ακούγονταν από την Κύρνο
όταν τις σφύρες σήκωναν επάνω από τους ώμους,
καθώς, μια το ζεματιστό χαλκό που ᾽βγαινε απ᾽ το καμίνι
και μια το σίδερο χτυπούσαν με μεγάλο μόχθο.
Για τούτο και δεν άντεχαν οι αμέριμνες Ωκεανίδες
ούτε στα μάτια να τους δούνε άφοβα, ούτε το χτύπο να δεχτούν στ᾽
αυτιά τους.
Κι ήτανε τούτο εύλογο, αφού αυτούς ακόμα και οι μεγάλες
οι θυγατέρες των θεών ποτέ δεν τους κοιτάζουν δίχως φρίκη.
Κι όταν απειθήσει στη μητέρα του κάποιο κοριτσάκι,
τους Κύκλωπες αυτή καλεί να τη συντρέξουν,
τον Άργη ή το Στερόπη. Κι απ᾽ το βάθος του σπιτιού
φτάνει ο Ερμής μουντζουρωμένος μαύρη στάχτη.
Στην κόρη τον μπαμπούλα κάνει ευθύς, που τότε στης μητέρας της
βουτάει την αγκαλιά, τα χέρια βάζοντας μπροστά στα μάτια της.
Μα κόρη εσύ, και πιο παλιά, τρίχρονη όταν ήσουν,
η Λητώ στην αγκαλιά της σε οδήγησε
στον Ήφαιστο, που την προσκάλεσε τα δώρα του καλωσορίσματος
να της προσφέρει,
στα στιβαρά εκάθισες τα γόνατα του Βρόντη
κι απ᾽ το μεγάλο στήθος του άδραξες τις πυκνές τρίχες
και τις ξερίζωσες με βια. Για τούτο μένει άτριχο και τώρα ακόμα
το μεσιανό μέρος του στέρνου του, καθώς ανθρώπου
κεφάλι που την κόμη του την τρώει η ψώρα.
Και τότε θαρρετά πολύ είπες ετούτα:
«Κύκλωπες, και για μένα ένα Κυδώνιο τόξο
και βέλη και φαρέτρα βαθουλή
να φκιάξετε. Γιατί κι εγώ είμαι τέκνο της Λητώς, καθώς ο Απόλλωνας.
Κι αν με το τόξο ζώο σκοτώσω ξεμοναχιασμένο
ή και θεριόν, θα είναι για το γεύμα των Κυκλώπων».
Είπες, κι αυτοί στα φτιάξανε και οπλίστηκες θεά αμέσως.

................................................................

Ω σεβαστή, Μουνυχία,λιμενοπροστάτισσα, χαίρε ω Φεραία.
Μην προσβάλει την Άρτεμη κανένας, γιατί ούτε στου Οινέα την πόλη,
που το βωμό της πρόσβαλε, ήρθαν καλοί αγώνες,
ούτε στο ελαφοκυνήγι, ούτε στην ευστοχία να φιλονικεί κανείς
μαζί της
-αφού ούτε του Ατρέα ο γιος τον κομπασμό του πλήρωσε φτηνά-.
Κι ούτε κανείς σε γάμο να ζητήσει την παρθένα -αφού ούτε
κι ο Ώτος,
ούτε ο Ωριων κάμανε καλόν γάμο
μήτε ν᾽ αποφύγει τον ετήσιο χορό - ούτε η Ιππώ
έμεινε δίχως κλάματα, όταν αρνήθηκε χορό να σύρει γύρω απ᾽ το βωμό
Χαίρε η παντοδύναμη κι άκου μ᾽ ευμένεια τούτο το τραγούδι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου